Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα revenge movies. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα revenge movies. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/8/18

NOCTURNAL ANIMALS (2016)


Η Σούζαν (Amy Adams) είναι ιδιοκτήτης μιας μεγάλης γκαλερύ του Λος Άντζελες, που δεν πηγαίνει πλέον και πολύ καλά. Ο γοητευτικός και φαινομενικά δυναμικός άντρας της είναι συνέχεια απασχολημένος με τη δουλειά του, δεν μπορεί να αφιερώσει ούτε λίγα λεπτά για εκείνη και λείπει συχνά σε επαγγελματικά ταξίδια. Ναι, όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αυτό 9 στις 10 φορές. Ο άντρας της έχει όντως εξωσυζυγική σχέση.

 Η ζωή της φαίνεται να είναι μια καλογυαλισμένη, αλλά αποπνικτική ρουτίνα. Μια οικεία μιζέρια που δεν την γεμίζει σε κανένα επίπεδο πλέον. Η Σούζαν δεν μπορεί να κοιμηθεί κανονικά εδώ και καιρό. Ξαφνικά, μέσα σε όλα αυτά, παραλαμβάνει ένα πακέτο. Το πακέτο είναι από τον πρώην άντρα της, τον Έντουαρντ, με τον όποιο έχει να μιλήσει 19 χρόνια. Μέσα περιέχει το πρωτότυπο ενός μυθιστορήματος που ονομάζεται "νυκτόβια ζώα", με προσωπική αφιέρωση και την προτροπή να βρεθούνε.

Η Σούζαν από το ξεπακετάρισμα ακόμα του βιβλίου κόβεται από το χαρτί. Οιωνός για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στη συνέχεια και στον ψυχισμό της. Η ιστορία του ξεκινάει με μια τριμελή οικογένεια, τον Τόνυ (Jake Jyllenhaal), την γυναίκα του Λώρα και την έφηβη κόρη τους να διασχίζουν το δυτικό Τέξας σε ένα οικογενειακό ταξίδι αναψυχής. Ο Τόνυ θα λέγαμε πως είναι ο εξευγενισμένος τύπος άντρα, που αποφεύγει τις συγκρούσεις και πιστεύει πως με υπομονή και διάλογο μπορεί να διαχειριστεί και να αποφύγει δύσκολες καταστάσεις. Σίγουρα δηλαδή απέχει πολύ από τα macho πρότυπα αρρενωπότητας. Για κακή τύχη εκείνου και των δύο γυναικών της ζωής του όμως, στη διάρκεια του ταξιδιού τους έρχεται αντιμέτωπος με τέσσερα ρεμάλια που δε δείχνουν να εκτιμούν και ιδιαίτερα την μετριοπαθή φύση του. Ο ένας εξ αυτών, ονόματι Ρέυ (Aaron Taylor-Johnson), φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως κυνικός και επικίνδυνος.

Το βιβλίο του Έντουαρντ από τη στιγμή της συνάντησης αυτής μετατρέπεται σε θρίλερ, ο αντίκτυπος του οποίου στην ψυχολογία της Σούζαν φαίνεται να είναι αρκετά σφοδρότερος από ο,τι πιθανότατα θα ήταν για τον μέσο αναγνώστη. Η ταινία πολλές φορές κάνει κόψιμο στην αφήγηση της ιστορίας του βιβλίου και μας δείχνει τη Σούζαν σε αντιδιαστολή με τον Τόνυ.

Ο τελευταίος, παρότι φανταστικός χαρακτήρας, ζει έναν πολύ απτό εφιάλτη μέσα στο μυθιστορηματικό κόσμο του Έντουαρντ. Αντίθετα η, με σάρκα και οστά, Σούζαν φαίνεται τόσο αποστειρωμένη και αποστασιοποιημένη από όλα, ακόμα και από τον ίδιο της τον εαυτό. Σχεδόν ψεύτικη. Το βιβλίο φαίνεται να της το θυμίζει αυτό ολοένα και περισσότερο όσο προχωράει την ανάγνωση, για κάποιο λόγο που ακόμα δεν είναι ιδιαίτερα εμφανής.

Ενδείξεις για το τι πιθανώς συμβαίνει αρχίζουν και δίνονται όταν μπαίνει και ένα τρίτο αφήγημα μέσα στην ταινία. Εκείνο που παρουσιάζει πως έφτασαν να είναι μαζί πριν πολλά χρόνια ο Έντουαρντ και η Σούζαν, τη δυναμική της σχέσης τους και την άδοξη κατάληξη της. Αξιοσημείωτο είναι πως τον Έντουαρντ υποδύεται πάλι ο Jake Jyllenhaal, πράγμα που σημαίνει πως στα μάτια της Σούζαν ο μυθιστορηματικός πρωταγωνιστής ταυτίζεται με τον πρώην άντρα της. Καθώς λοιπόν προχωρούν ταυτόχρονα πλέον και τα τρία αφηγήματα (η πραγματικότητα, το μυθιστόρημα και η αναδρομή στο παρελθόν), πολλά πράγματα αρχίζουν και βγάζουν περισσότερο νόημα, αν και πάντα υπάρχει κάτι ασαφές. Καταλαβαίνουμε όμως πως, επί της ουσίας, το βιβλίο δεν είναι παρά μια αλληγορία για το τι συνέβη μεταξύ του Έντουαρντ και της Σούζαν. Είναι άραγε όμως μόνο αυτό ή και κάτι άλλο;

Θα ήθελα πραγματικά, αντί για κριτική, να κάνω πλήρη ανάλυση αυτού του εξαιρετικού φιλμ, γιατί έχει τόσα πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα για να σχολιάσει και επισημάνει κανείς. Δεν θα ξεφύγω εντελώς όμως. Ο Τομ Φορντ αφηγείται μια συγκλονιστική ιστορία προδοσίας και εκδίκησης. Παρουσιάζει την τρομερή δυσλειτουργικότητα που υπάρχει σε πολλές σχέσεις, υποτίθεται αγάπης. Μιας αγάπης κατ' επίφαση, που σαμποτάρεται συστηματικά από την άρνηση που έχουν πολλοί να αντιμετωπίσουν τις ανεπάρκειες και τις φοβίες τους, καταφεύγοντας στην ανώδυνη λύση του να τις προβάλλουν στον σύντροφο τους, εκλογικεύοντας έτσι την δική τους έλλειψη προσπάθειας. Μια καταστροφική συνταγή, που υπαγορεύεται από την ανικανότητα τους να επικοινωνήσουν πραγματικά με τον άλλο και να πάψουν να λειτουργούν σαν μονάδες μέσα σε μια σχέση.
Κατά συνέπεια, η ευκολία τους να παίρνουν αποφάσεις ζωής μονομερώς και να προβαίνουν σε πράξεις που μπορεί να σημαδέψουν και πληγώσουν ανεπανόρθωτα τον σύντροφο τους αποδεικνύεται σοκαριστικά αυτονόητη για εκείνους. Στο εγωιστικό μυαλό τους έχουν ξεκάθαρα αυτό το δικαίωμα.

Ο Έντουαρντ λέει στη Σούζαν κάποια στιγμή μέσα στο έργο: "όταν αγαπάς κάποιον πρέπει να είσαι προσεκτικός με αυτό, μπορεί να μην το έχεις ποτέ ξανά". Της λέει επίσης: "δεν μπορείς απλά να βαδίζεις μακριά από τις καταστάσεις κάθε φορά". Η Σούζαν δεν κατάλαβε ποτέ την βαρύτητα των δηλώσεων αυτών. H "αγάπη" της είχε ήδη ξεφτίσει και ο Έντουαρντ δεν ήταν πια για εκείνη τίποτα άλλο, πάρα ένας αδύναμος, απορροφημένος από τον εαυτό του άνθρωπος, που δεν έβλεπε την πραγματικότητα. Ένας αιθεροβάμων, που δεν άξιζε άλλο να ασχοληθεί μαζί του και να σπαταλήσει τη ζωή της προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανό αυτό που είχαν. Έτσι τον έβλεπε και έτσι του φέρθηκε. Η προδοσία της βέβαια πήγε πολύ πιο βαθιά από έναν άκομψο και αδόκητο χωρισμό. Τόσο βαθιά, που ο Έντουαρντ βασανισμένος για χρόνια από τις συνέπειες των πράξεων τις, τελικά αναγκάστηκε, για να καταφέρει να επιβιώσει, να σκοτώσει ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του.

Οι συμβολισμοί, παρακολουθώντας το δράμα του Τόνυ και το παρελθόν των Σούζαν/Εντουάρντ να ξεδιπλώνονται, γίνονται πλέον πιο εμφανείς, αν και ποτέ εξόφθαλμοι. Και αυτό είναι στα συν της ταινίας. Υπάρχουν οπτικά στοιχεία που συνδέουν το παρελθόν με το μυθιστόρημα, ενώ γίνονται διαφόρων ειδών νύξεις, κυρίως στο παρόν, για το τι εξελίσσεται και πως αυτό επηρεάζει την Σούζαν. Στο τέλος βέβαια, πρέπει να ενώσει ο θεατής τις τελείες. Εξαιτίας αυτού, υπήρξαν πολλοί που δεν κατάλαβαν καν το έργο και κάποιοι που το βρήκαν δήθεν και επί της ουσίας ρηχό. Τους πρώτους δεν θα τους κάκιωνα, αν η συντριπτική πλειοψηφία τους δεν ήθελε να εκφράζει άποψη για κάτι που δεν καταλαβαίνει, πράγμα απίστευτα εγωκεντρικό και καθυστερημένο. Τους δεύτερους, που ένα κομμάτι τους βέβαια υπερκαλύπτει και την πρώτη ομάδα, γενικά τους σέβομαι σε πρώτη φάση, άλλα διαφωνώ μαζί τους με πάθος.

Το φιλμ είναι αρτιότατο. Η σκηνοθεσία υπέροχα ατμοσφαιρική, αλλάζει χρωματική παλέτα ανάλογα με το τι παρακολουθούμε στην οθόνη. Η ανιαρή καθημερινότητα της "παγωμένης" Σούζαν κινείται κυρίως σε ψυχρούς τόνους, η περιπέτεια του μυθιστορηματικού Τόνυ μέσα στα κίτρινα και τα καφέ της αφόρητης ζέστης του Τέξας, ενώ το παρελθόν του Έντουαρντ και της Σούζαν έχει την πιο νορμάλ εικόνα, ίσως γιατί υπόσχονταν ένα happy-end που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Το καστ πολύ δυνατό, όλοι μέσα στο δέρμα του ρόλου τους, με τον Michael Shannon που παίζει τον Μπόμπυ Άντες, έναν Τεξανό αστυνομικό του μυθιστορήματος, να κλέβει λίγο παραπάνω την παράσταση από τους υπολοίπους κατά την αποψή μου. Ο χαρακτήρας του και ο τρόπος που τον αποδίδει, σε κάνουν να μη θέλεις να πάρεις τα μάτια σου από την οθόνη. Το δε τέλος της ταινίας, για εμένα δικαιώνει απόλυτα ο,τι έχτιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή ο σκηνοθέτης και ειλικρινά οικτίρω όσους το κατέκριναν για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Είναι ο,τι πιο ιδανικό, αλλά δεν θα κάνω spoilers εξηγώντας το γιατί.

Το μόνο που μου έλειψε αρκετά είναι μια στιβαρή παγείωση της σχέσης του Έντουαρντ και της Σούζαν πριν το χωρισμό τους. Δεν θεωρώ ότι πήρε το χρόνο που έπρεπε ο Φόρντ για να το δείξει αυτό. Εστίασε μόνο σε κάποια, αντιδραστικά προς τους γονείς της, κίνητρα της Σούζαν και σε έναν πολύ αόριστο ιδεαλισμό του Έντουαρντ, που πιο πολύ υπονοείται ότι την γοήτευσε αρχικά, παρά το είδαμε στην πράξη.

Εκεί έχασε λίγο δύναμη το έργο, γιατί αντιστοίχως απώλεσε δύναμη και η σχέση, ώστε να μπορέσουμε μετά να νιώσουμε πιο ουσιαστικά στο πετσί μας τι ήταν αυτό που ευτελίστηκε και προδόθηκε. Και το γεγονός (δεν κάνω spoilers) πάνω στο οποίο στηρίχτηκε τελικά το περισσότερο βάρος της προδοσίας, μοιάζει ίσως σα να είναι ένα τέχνασμα, μία ευκολία, ενώ θα μπορούσε να είναι το στοιχείο που θα ολοκλήρωνε την εικόνα ενός δεσμού, που είχε μια κάποια αξία. Αυτό τον δεσμό περιμένει κυρίως από το κοινό να τον συμπεράνει ο Φορντ, αντί να τον αναπτύξει ο ίδιος. Σημαντικό ψεγάδι.

Δεν είναι αρκετό όμως, κατά την γνώμη μου, για να στερήσει από αυτή την ταινία τους επαίνους που της αξίζουν σαν συνολική προσπάθεια. Απλά της στερεί την τελειότητα, πράγμα που στον τελικό απολογισμό δεν έχει και τόση πολλή σημασία, αφού η εμπειρία της θέασης της παραμένει ένα έντονο συναισθηματικό ταξίδι, που το πέρας του αντηχεί εκκωφαντικά αρκετές αδιαμφισβήτητες αλήθειες της δικής μας, πραγματικής ζωής.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 9/10


Some things you cannot take back...

16/3/17

MARTYRS (2008)


Το Martyrs είναι ένα φιλμ που μετά την πρώτη θέαση αρχίζει και χάνει σε δύναμη. Όχι γιατί ανακαλύπτεις ελλατώματα, ίσα-ίσα που το εκτιμάς ακόμα περισσότερο όσο απορροφάς πράγματα που μπορεί αρχικά να σου είχαν διαφύγει, αλλά γιατί είναι απο εκείνες τις ταινίες που το shock value τους είναι τρομερά υψηλό. Για αυτό και τα συναισθήματα που νιώθεις την πρώτη φορά που θα τη δεις σε στοιχειώνουν για καιρό. Προσωπικά θυμάμαι μια έντονη αίσθηση αποστροφής σε συγκεκριμένες σκηνές, καθώς και ένα βαθύ αίσθημα απόλυτης ματαιότητας και απόγνωσης με το πέρας της.

Η Λούσι (Μιλέν Ζαμπανόι) είναι ένα κορίτσι που κατάφερε να αποδράσει απο τα χέρια των βασανιστών της. Στην αρχή του έργου βλέπουμε ένα σύντομο μοντάζ της ζωής της στο ίδρυμα που κατέληξε μετά την περιπέτεια της και διαπιστώνουμε πως μοναδική της φίλη είναι ένα ακόμα εγκλειστό κοριτσάκι, η Άννα (Μοριάνα Αλαούι). Η ταινία στη συνέχεια κάνει μια μετάβασh 15 ετών μπροστά, εκεί όπου μια φαινομενικά καθημερινή οικογένεια γίνεται στόχος της (ενήλικης πλέον) Λούσι, μιας που θεωρεί πως οι δύο γονείς ήταν οι υπαίτιοι για τα δεινά της.

Απο αυτό το σημείο και ύστερα ξεκινάει ουσιαστικά το φιλμ, που καταφέρνει εξαιρετικά να συνδυάσει το gore (το σοβαρό, όχι το technicolor), τον τρόμο (που όμως στην πορεία έχει την εξηγησή του, άρα πείθει) και το torture cinema. Το τελευταίο ειδικά γίνεται με τέτοιο τρόπο που σε ξαφνιάζει, κλονίζει την πίστη σου στην ανθρωπότητα και σε αφήνει να μετράς τα κομάτια σου. Όπως και στο gore μέρος όμως, έτσι και εδώ ο σκηνοθέτης (Πασκάλ Λογκιέρ) είναι αρκετά ικανός ώστε να μην πέσει στην παγίδα της ακατάσχετης ή μη ρεαλιστικής βίας, που έχει οδηγήσει πολλές ταινίες στην ατραπό της διαστροφικής εξιδανίκευσης όλων αυτών των καταστάσεων και στην αναισθητοποίηση απέναντι στην κτηνωδία.

Αντίθετα, αποκαλύπτει με ωμό τρόπο τη θλιβερή πραγματικότητα της ανθρώπινης βαναυσότητας και με υπολογισμένες κινήσεις καταφέρνει συντριπτικά χτυπήματα στον ψυχισμό του θεατή. Ευτυχώς, παρά την ψυχρή αυτή προσέγγιση η ταινία δεν είναι ένα προσχηματικό κατασκέυασμα με μοναδικό σκοπό να σοκάρει και να περάσει απλά το μήνυμα της. Οι χαρακτήρες είναι ρεαλιστικοί, τα βιώματα τους είναι αληθινά, τα κινητρά τους το ίδιο. Αυτό βεβαίως οφείλεται στις καταπληκτικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών, άλλα και στο άρτιο (με κάνα-δύο λογικά κενά) σενάριο, το οποίο υπογράφει πάλι ο Λογκιέρ. Αποτέλεσμα αυτού, το φιλμ να αποτελεί μια ολοκληρωμένη μεταφορά του οράματος του Γάλλου στην οθόνη, με στιβαρή και όμορφη σκηνοθεσία, αρκετές νύξεις στο υποσυνείδητο και απόλυτο καλλιτεχνικό έλεγχο σε λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά.

Το έργο έχει πολλή ψυχή μέσα του, μόνο που είναι κατάμαυρη, όπως και η ιστορία που ξεδιπλώνεται σε αυτό. Μια σκληρή ταινία που σχεδόν σε όλα παίρνει άριστα, απο το σενάριο μέχρι το make-up. Παρόλα αυτά νιώθω ότι κάτι της λείπει για να αγγίξει το τέλειο. Ίσως να ήθελα λίγο παραπάνω χρόνο για ανάπτυξη χαρακτήρων, δεν μπορώ να το εντοπίσω με βεβαιότητα. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι την προτείνω ανεπιφύλακτα, πάντα όμως με την προϋπόθεση πως διαθέτετε γερό στομάχι.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 9/10

17/12/16

HARAKIRI a.k.a SEPPUKU (1962)


Έχοντας ήδη κάνει ποστ για δύο ταινίες του τεράστιου Ακίρα Κουροσάβα, θεώρησα πως ήρθε η στιγμή να τιμήσω και έναν άλλο μεγάλο Ιάπωνα σκηνοθέτη, τον Μασάκι Κομπαγιάσι. Έναν δημιουργό που σίγουρα δεν άφησε πίσω του την κληρονομιά του πρώτου, άλλα μας πρόσφερε μερικές σπουδαίες ταινίες, όπως την 9ώρη αντιπολεμική τριλογία Ningen no jôken (a.k.a Human Condition), το Jôi-uchi: Hairyô tsuma shimatsu (a.k.a Samurai Rebellion), το μεταφυσικό Kwaidan και φυσικά το Harakiri. Το κορυφαίο του έργο και ένα απο τα σημαντικότερα στην ιστορία του σινεμά κατά την ταπεινή μου άποψη.

Το φιλμ εξελίσσεται κατά την περίοδο της ειρήνης που ακολούθησε τους πολέμους και τις διενέξεις μεταξύ των διάφορων αρχόντων της φεουδαρχικής Ιαπωνίας. Η κεντρική εξουσιά, το σογκουνάτο, καταργεί αρκετές απο τις υφιστάμενες φατρίες και αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλοί σαμουράι να μένουν χωρίς αφέντη και επομένως χωρίς τρόπο βιοπορισμού. 

Ορισμένοι εξ αυτών, θέλοντας να γλιτώσουν την ατίμωση της επαιτείας ή γενικότερα μιας ζωής χωρίς τιμή (όπως αυτοί τουλάχιστον την αντιλαμβάνονται έτσι), παρουσιάζονται στις πύλες των εναπομείναντων φατρίων και ζητούν να τους δωθεί χώρος ώστε να τελέσουν σεπούκου (γνωστότερο και ως χαρακίρι). Δηλαδή να αφαιρέσουν την ίδια τους τη ζωή βάσει του παραδοσιακού κώδικα τιμής των σαμουράι, του bushido. Οι περισσότερες φατρίες όμως αρνούνται να κάνουν αποδεκτό κάτι τέτοιο και συνήθως τους προσφέρουν κάποια χρήματα και τους διώχνουν μακριά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τους παίρνουν ακόμα και υπο τη σκέπη τους. Παρατηρείται λοιπόν το φαινόμενο ένα μεγάλο ποσοστό απο αυτούς τους πεινασμένους και απελπισμένους ρόνιν να ζητούν προσχηματικά να κάνουν χαρακίρι, με απώτερο σκοπό να έχουν κάποιο όφελος απο όλο αυτό. Πράγμα που θεωρείται απο όσους είναι αυστηρά προσκολλημένοι στον κώδικα τιμής, τεράστια προσβολή και ευτελισμός του bushido.

Ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας, ο Τσουγκούμο Χανσίρο, είναι ένας ακόμα πρώην σαμουράι που εμφανίζεται κάποια στιγμή στη βάση του οίκου Ίγι και εκφράζει την επιθυμία να τελέσει χαρακίρι. Ο ανώτερος σύμβουλος της φατρίας, προσπαθώντας να τον αποτρέψει απο αυτή την απόφαση, του διηγείται την ιστορία κάποιου άλλου ρονίν που πέρασε απο εκεί πριν κάτι μήνες έχοντας το ίδιο αίτημα. Το όνομα του ήταν Τσιτζίγουα Μοτόμε και ανήκε κιόλας στην ίδια, διαλύμενη πλέον, φατρία που υπηρετούσε και ο Χανσίρο. Ο Μοτόμε σύμφωνα με τον σύμβουλο δεν είχε πραγματική πρόθεση να αυτοκτονήσει, άλλα αηδιασμένοι από την ατιμωτική του συμπεριφορά, αντί να του δώσουν κάποια βοήθεια, η οποία θα έφερνε ντροπή στον οίκο και πλήθος ακόμα επιτήδειων στις πύλες τους, αποφάσισαν να τον πιέσουν να πάει μέχρι τέλους.

 Σε ένα βασανιστικό τελετουργικό, ο Μοτόμε αναγκάστηκε να ξεκοιλιάσει τον εαυτό του χρησιμοποιώντας ένα ξίφος που η λεπίδα του ήταν φτιαγμένη απο μπαμπού (άρα καθόλου κοφτερή), παρατείνοντας έτσι τo μαρτύριο του ακόμα περισσότερο από όσο ήταν απαραίτητο. 


 Ο Χανσίρο παρά την ιστορία του συμβούλου παραμένει αμετακίνητος στο αιτημά του. Όλα είναι πλέον έτοιμα για το χαρακίρι. Ή σχεδόν όλα, αφού όταν ο Χανσίρο ζητάει κατά σείρα τρείς απο τους πιο σπουδαίους σαμουράι των Ίγι να είναι οι βοηθοί του στην τελετή, αποδεικνύεται πως όλοι απουσιάζουν εντελώς απροσδόκητα. Ο σύμβουλος στέλνει ανθρώπους να δούνε τι έχει συμβεί και στο μεσοδιάστημα ο Χανσίρο αποφασίζει να διηγηθεί και εκείνος μια ιστορία με τη σειρά του. Αυτό που ακολουθεί είναι το ξεδίπλωμα ενός δράματος, μιας που όπως αποδεικνύεται ο Χανσίρο και ο Μοτόμε σχετίζονταν, όντας δεμένοι μάλιστα και με οικογενειακούς δεσμούς.

Το έργο είναι ένας σκηνοθετικός θρίαμβος. Ο Κομπαγιάσι αγγίζει την τελειότητα με τα υπέροχα κάδρα και πλάνα του, δημιουργώντας αξεπέραστες εικόνες και ένα κλίμα του οποίου την ένταση νιώθεις στο πετσί σου. Οι μακρείς, άδειοι και σιωπηλοί διάδρομοι της βάσης των Ίγι αντικατοπτρίζουν ιδανικά το βάρος της παράδοσης και τον μονόδρομο της κοινωνικής απαίτησης. Ίσως και την κενότητα όλων αυτών. Όποιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα πρότυπα τιμής και ανδρισμού που επιβάλει ο κώδικας θεωρείται μίασμα και απαξιώνεται. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;  Mήπως τα παραπάνω σε τελική ανάλυση είναι μόνο ένα προσωπείο με λίγη εώς και καθόλου ουσία; Μια ταύτιση που ακόμα και εκείνοι που την υποστηρίζουν με θέρμη στα λόγια, αδυνατούν να την υποστηρίξουν στην πράξη; Η απάντηση έρχεται μέσα απο τα λόγια του Χανσίρο, άλλα και τις πράξεις του Μοτόμε που φαινομενικά είναι ο πιο αδύναμος και "θηλυκός" αντρικός χαρακτήρας της ταινίας. Όποιος εμμένει σε σύμβολα και αντικείμενα δεν μπορεί να κάνει ούτε το ελάχιστο καλό, ακόμα και στους πιο αγαπημένους του ανθρώπους. Αντίθετα, εκείνος που έχει μόνο αγάπη μέσα του φτάνει μέχρι και στην κόλαση για αυτούς. Μια κόλαση που δυστυχώς δεν δημιούργησε κανένας θεός ή διάολος, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. 

Ερμηνευτικά, ο Τατσούγια Νακαντάι (Χανσίρο), όπως στο Ραν έτσι και εδώ, είναι καταπληκτικός. Η αποδοσή του στο Ραν βέβαια είναι κάτι το εξωπραγματικό, άλλα και εδώ κάθε βλέμμα, κάθε κουβέντα, κάθε αντιδραση του είναι τόσο αληθινά που φορές μοιάζουν αβάσταχτα. Ένας εξαιρετικός ηθοποιός που αξίζει να κυνηγήσει κανείς τη φιλμογραφία του. Αυτός και ο, πολύ διασημότερος του, Τοσίρο Μιφούνε είναι πιθανότατα οι δύο πιο σπουδαίοι Ιάπωνες ηθοποιοί του 20ου αιώνα. Το υπόλοιπο καστ στέκεται επίσης στο ύψος των περιστάσεων, τιμώντας το όραμα του σκηνοθέτη και το πνεύμα της ταινίας. 
Η μουσική, όσες φορές χρησιμοποιείται, αλλόκοσμη και τραγική στοιχειώνει την ατμόσφαιρα και εντείνει το αίσθημα της αγωνίας και της ματαιότητας συνάμα. Για άλλη μια φορά οι Ιάπωνες φαντάζουν τόσο κοντά στην αρχαία ελληνική τραγωδία, που δεν μπορείς πάρα να πιστέψεις ότι υπάρχει κάποια κρυφή σύνδεση. Ειλικρινά δεν μπορώ να βρώ κάποιο πραγματικό μειονέκτημα στο φιλμ αυτό. Ίσως μόνο το γεγονός ότι κάποιες μονομαχίες δεν αποδίδονται με τόσο ιδανικό, κατά την άποψη μου, τρόπο ή και παραλείπονται ακόμα. Όμως δεν είναι αυτό η ουσία του έργου και σίγουρα δεν πρόκειται κανείς να εστιάσει εκεί μετά την παρακολούθηση αυτού του αριστουργήματος.

Πρόκειται για μια ιδιοφυή δημιουργία που προκαλεί την κατεστημένη ηθική, στοχάζεται πάνω στη θέση του ανθρώπου στην κοινωνία, καθώς και της κοινωνίας στην ιστορία και την παράδοση. Την προτείνω ανεπιφύλακτα. Ακατάλληλη μόνο για θεατές αποκλειστικά εύπεπτων ταινιών, ανυπόμονους και όσους δεν μπορούν να δουν πέρα απο τη μύτη τους. 

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 9,5/10


Yγ. Η ταινία έχει και remake (Ichimei του 2011) απο τον Τακάσι Μίικε, το οποίο δεν έχω δει, αλλά αμφιβάλλω ότι μπορεί να φτάσει το πρωτότυπο. Έχει μπει στην playlist παρόλα αυτά.

11/10/16

THE 36TH CHAMBER OF SHAOLIN (1978)


Οφείλω να ομολογήσω ότι ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερος φαν του κινέζικου κινηματογράφου, ούτε ειδικότερα των kung-fu movies. Ίσως γιατί η αισθητική των περισσότερων παλιών ταινιών μου βγάζει μια υπέρ το δέον καμενίλα, ενώ οι αντίστοιχες νέες προσπαθούν να είναι τόσο ποιητικές που καταντούν φλύαρες. Νιώθω ώρες-ώρες πως επιχειρούν να εντυπωσιάσουν το δυτικό κοινό με ανατολικοφιλοσοφικά "mambo-jumbo" σα να ήταν χάντρες για τους ιθαγενείς.

Πέραν τούτου, ειδικότερα στα kung-fu φιλμάκια οι χορογραφίες των μαχών είναι φορές τόσο εκτός πραγματικότητας που δεν μπορείς να πάρεις στα σοβαρά αυτό που βλέπεις. Υπερβολή πάντα παίζει στις ταινίες πολεμικών τεχνών, άλλα αμα βλέπεις τον άλλο να περπατάει στον αέρα, σχεδόν σα να πετάει, κάπου δεν ξέρεις αν πήγες να δεις kung-fu ή επιστημονική φαντασία. Ίσως πάλι να μην τρελαίνομαι, γιατί πάντα με τραβούσαν πολύ περισσότερο οι Ιάπωνες και οι Κορεάτες σχεδόν σε όλα, απο το πως ακούγεται η γλώσσα τους μέχρι τη γενικότερη κουλτούρα και τις πολεμικές τους τέχνες. Οι Κινέζοι πάντα μου φαινόταν πιο ξένοι, λίγο "εξωγήινοι". Παρ' όλα αυτά, το παρόν έργο αποτελεί εξαίρεση και μάλιστα πρόκειται για αγαπημένη καλτίλα που βλέπω ξανά απο καιρού εις καιρόν.

Ο κεντρικός ήρωας είναι ο νεαρός Λιού Γιού-τε που μαθητεύει σε μια σχολή ηθικής/φιλοσοφίας θα μπορούσαμε να πούμε, που όμως στην πραγματικότητα δεν είναι πάρα μια βιτρίνα για την οργάνωση των ντόπιων Καντονέζων εναντίον των Μαντζουριανών εισβολέων της δυναστείας Τσινγκ. Ο Λιού Γιού-τε οργανώνεται και μάλιστα επιδεικνύει αρκετά εκτεταμένη αντιστασιακή δράση. Όλα αυτά μέχρι που οι Μαντζουριανοί ανακαλύπτουν τι συμβαίνει, διώκουν και σκοτώνουν πολλούς συναγωνιστές του, αλλά και την οικογένεια του. Ο Λιού Γιού-τε φυγαδεύεται άρον-άρον και αποφασίζει ότι για να μπορέσει να εκδικηθεί και να είναι πραγματικά χρήσιμος προς τους συμπατριώτες του, θα πρέπει να πάει στο ναό των Σαολίν ώστε να μάθει kung-fu. Εκεί πέρα καταφέρνει να τον δεχτούν οι μοναχοί, λαμβάνει το όνομα Σαν-Τε και εν καιρώ, προκειμένου να πετύχει το σκοπό του, περνάει απο διάφορες δοκιμασίες.

Οι δοκιμασίες αυτές έχουν ως στόχο να εκπαιδεύσουν το σώμα (άλλα και το μυαλό) σε διάφορες προκλήσεις στις οποίες οφείλει να μπορεί να ανταπεξέλθει κάποιος που θέλει να μάθει kung-fu. Κάποιες εξ αυτών έχουν να κάνουν με την ταχύτητα και την ευκινησία του σώματος, τη δύναμη των άκρων και του κορμού, καθώς και την περιμετρική όραση. Συνολικά όλες οι δοκιμασίες λαμβάνουν χώρα σε 35 αίθουσες, με την ανώτερη (την 1η) να είναι αφιερωμένη στη διαδασκαλία του Βούδα. Ο Σαν-Τε καταφέρνει μετά απο κάμποσα χρόνια να ολοκληρώσει τις 34 πρώτες αίθουσες και με τη βοήθεια του ηγούμενου αποχωρεί απο το ναό για να πάρει την εκδίκηση του, άλλα και να φέρει πίσω νέους πατριώτες Καντονέζους με ζήλο για το kung-fu. Νέους που θα τους δίνει ο ίδιος μια βασική εκπαίδευση στη καινούρια αίθουσα του ναού, την 36η.

Το έργο είναι πιθανότατα η πιο ολοκληρωμένη ταινία πολεμικών τεχνών που έχω δει. Σε κρατάει απο την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να κάνει πουθενά κοιλιά. Ειδικά το κομάτι της εκπαίδευσης του Σαν-Τε σε μαγνητίζει και θα είναι ψέμα αν κάποιος το δει και πει ότι δεν φαντάστηκε τον εαυτό του στη θέση του. Όλοι μας γοητευόμαστε με την ιδέα της αυτοβελτίωσης και της δοκιμής των ορίων μας, άσχετα αν οι περισσότεροι δεν μπαίνουμε ποτέ στη διαδικασία αυτή. Ο πρωταγωνιστής είναι αυθεντικά ενδιαφέρων και συμπαθής και για αυτό πιθανότατα μπορείς να ταυτιστείς μαζί του, ένα σημείο που πολλά φιλμ χάνουν πόντους συνήθως. Κανένα πρόβλημα εδώ όμως, ο Γκόρντον Λιού (συμμετείχε και στα δύο Kill Βill) διαπρέπει στην ερμηνεία του και δημιουργεί έναν εικονικό χαρακτήρα, που ο μόνος που μπορεί να συγκριθεί μαζί του είναι εκείνος του Μπρους Λη στο "Enter the dragon" (μια ταινία που μου αρέσει εξίσου σχεδόν). Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί όμως είναι εξαιρετικοί και υπηρετούν το έργο με μεράκι. Οι χορογραφίες των μαχών είναι καλοσχεδιασμένες και εντυπωσιακές, αν και δε λείπει η υπερβολή που λέγαμε πριν. Σε ανεκτά επίπεδα πάντως.

Επιπλέον το φιλμ μας δίνει μια εικόνα για μια πραγματική ιστορική περίοδο, η οποία ακόμα και σήμερα θεωρείται απο τις πιο ντροπιαστικές της Κίνας. Επομένως υπάρχουν κάμποσα αξιόλογα πολιτικά και κοινωνικά σχόλια (όπως το αν πρέπει να παρεμβαίνει η θρησκεία σε κοσμικά ζητήματα), χωρίς όμως η ταινία να γίνεται δασκαλίστικη και να κουράζει. Ίσα-ίσα που πιστεύω πως υπάρχουν αρκετές ανάλαφρες, εννίοτε και αστείες, σκηνές που ολοκληρώνουν την εμπειρία. Η σκηνοθεσία του Λιού Τσιά-Λιάνγκ είναι συνολικά στιβαρή και προσεγμένη. Λίγα πράγματα με χάλανε, όπως τα όπλα που καταλαβαίνεις συχνά πως δεν είναι αληθινά, τα κλασικά ηχητικά της εποχής που είναι λίγο κωμικά, το αίμα που παραείναι κόκκινο (σύνηθες φαινόμενο στα έργα της περιόδου εκείνης) και η απότομη και λίγο βιαστική κατάληξη της τελικής μάχης. Πέραν αυτών η ταινία είναι διαμαντάκι και προτείνεται ανεπιφύλακτα.

Εν τέλει μου φαίνεται πως θα μπω στη διαδικασία να δω περισσότερα φιλμ του Shaw Brothers Studio. Ίσως να τους έχω αδικήσει λίγο τους φίλους κινέζους. 

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 8/10


 Υγ. Το έργο ακολούθησαν άλλες δύο ταινίες τις οποίες έχω στη κατοχή μου, αλλά δε θυμάμαι καθόλου. Πρέπει να ήταν καλές πάντως...  :P

Υγ.2 Μην το δείτε μεταγλωτισμένο.

6/9/16

LADY SNOWBLOOD (1973)


Είκοσι χρόνια περίπου πριν απο τα Kill-Bill vol.I/vol.II υπήρξε μια άλλη ιστορία εκδίκησης με θηλυκή ηρωίδα, που μάλιστα αποτέλεσε βασική πηγή εμπνευσής για τη διλογία του Ταραντίνο. Θα μπορούσαμε ακόμα και να πούμε ότι ο ιδιόρυθμος Κουέντιν έκλεψε τον βασικό άξονα της και έχτισε εκεί πάνω, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Το μόνο σίγουρο θετικό της υπόθεσης είναι ότι, με αφορμή τις ταινίες αυτές, πολλοί από εμάς που αγνοούσαμε την ύπαρξη του "Lady snowblood" ενημερωθήκαμε για τα καλά. Προσωπικά το ανακάλυψα εξαιτίας του υπέροχου "The flower of carnage" (που έγινε ευρέως γνωστό στη χώρα μας και απο την παρωδία "Το κρασάκι του τσου") απο το soundtrack του Kill-Bill. Το τραγούδι όπως διαπίστωσα στη συνέχεια είχε γραφτεί για το "Lady Snowblood" και εμηνεύτηκε καταπληκτικά απο την πρωταγωνίστρια του φιλμ, Μέικο Κάτζι.

Η Μέικο Κάτζι λοιπόν υποδύεται την Γιούκι, μια κοπέλα που γεννήθηκε μέσα απο τον θάνατο, μιας που η μητέρα της ξεψύχησε λίγο μετά τη γέννα, για να σπείρει με τη σειρά της τον θάνατο ή να πεθάνει προσπαθώντας. Ένα παιδί του κάτω κόσμου όπως τονίζεται συχνά μέσα στην ταινία. Η μητέρα της Γιούκι, η Σάγιο (Μιγιόκο Ακάζα), ήταν γυναίκα ενός δασκάλου που περί το έτος 1873, μέσα σε έντονες κοινωνικές αναταραχές, διορίστηκε σε κάποια επαρχιακή περιοχή της Ιαπωνίας. Κατά την άφιξη τους εκεί, τέσσερις κακοποιοί, εκμεταλευόμενοι τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν την περίοδο εκείνη για να πλουτίσουν, επιτέθηκαν στην οικογένεια. Δολοφόνησαν τον άντρα της Σάγιο και τον μικρό γιο της, ενώ εκείνη τη βίασαν και ένας εξ αυτών την πήρε μαζί του ως προσωπική του σκλάβα. Η Σάγιο στην πορεία τον σκότωσε και για αυτή της την πράξη κατέληξε στη φυλακή. Εκεί αναγκάστηκε να αποπλανεί άντρες ώστε να μπορέσει να κάνει ένα παιδί που θα τελείωνε ό,τι εκείνη είχε αφήσει στη μέση. Αυτό ήταν η Γιούκι, που κάποια συγκρατούμενη της Σάγιο την πήγε απο πολύ νεαρή ηλικία σε ένα μοναχό, ο οποίος την εκπαίδευσε σκληρά επί χρόνια ώστε να εκπληρώσει το πεπρωμένο της. Και κάπου εκεί αρχίζει το ζουμί.

Βασικό ατού του έργου είναι η πρωταγωνιστριά του, που δεν αναλώνεται σε μια απλοϊκή απόδοση ενός γεμάτου μίσος, τυφλωμένου για εκδίκηση χαρακτήρα, άλλα δίνει πολύ περισσότερη υπόσταση. H Γιούκι πάνω απο όλα βαραίνεται απο την ηθική υποχρέωση απέναντι στην οικογένεια που δε γνώρισε ποτέ. Ο θεατής μπορεί να καταλάβει φορές πως η ηρωίδα θα ήθελε να απαλαχθεί απο αυτό το βάρος και απλά να ζήσει τη ζωή της σαν κανονικός άνθρωπος. Το γεγονός αυτό την κάνει πιο πειστική και οικεία στον θεατή, δημιουργώντας ακόμα-ακόμα και την απορία αν τελικά θα τα καταφέρει. Επιπλέον η μορφή της Μέικο Κάτζι είναι ιδανική. Η λεπτή σιλουέτα, το αλαβαστρινό δέρμα, τα μεγάλα υγρά μάτια και το έντονο βλέμμα της, την κάνουν σχεδόν εικονική φιγούρα. Η υποκριτική της είναι άρτια (το χάνει λίγο στις σκηνές που εξασκείται στο σπαθί), ενώ και οι υπόλοιποι ηθοποιοί κυμαίνονται σε αρκετά αξιοπρεπή επίπεδα.

To φιλμ αυτο καθ' αυτό έχει κάποια στοιχεία που για την εποχή πιθανότατα να θεωρούνταν καινοτομίες, όπως το χώρισμα της ταινίας σε αυτόνομα κεφάλαια και την παρεμβολή σκίτσων (απο το αντίστοιχο manga συνήθως), άλλα και στοπ-καρέ, με παράλληλη αφήσηση για την προώθηση της ιστορίας. Τα παραπάνω λειτουργούν ικανοποιητικά και σε συνδυασμό με μια υπόθεση που σε "κρατάει" δίνουν αρκετούς πόντους στο έργο. Στα συν επίσης οι όμορφες τοποθεσίες και ορισμένες εντυπωσιακές εικόνες που καταφέρνει να δημιουργήσει ο σκηνοθέτης (Τοσίγια Φουτζίτα).

Δυστυχώς υπάρχουν και κάμποσα πλην όμως. Πρώτα απο όλα η κινηματογράφηση. Ενώ γενικά ο Φουτζίτα υπηρετεί σωστά το είδος, προσθέτωντας στο ύφος της ταινίας με εννίοτε ασυνήθιστα και προχωρημένα (για τότε) πλάνα, το γεγονός πως η δράση ακολουθείται με κάμερα χειρός, άρα κατά διαστήματα υπάρχει αρκετό τρεμόπαιγμα, μπορεί να κάνει την θέαση του φιλμ κουραστική εμπειρία. Επίσης το κάνει να μοιάζει πιο "φτηνό", πράγμα που δεν απέχει και πολύ απο την πραγματικότητα, αφού φαντάζομαι ότι λόγω περιορισμένου μπάτζετ δε μπορούσαν να στήσουν ράγες και να κάνουν τη δουλειά σωστά. Συν τοις άλλοις, παρόλο που υπάρχει αρκετό gore στην ταινία, το πολύ φωτεινό κόκκινο που χρησιμοποιήθηκε για το αίμα ψιλοαναιρεί το έφφε και το κάνει να μοιάζει λιγότερο αληθοφανές. Προβληματάκια υπάρχουν και στις σκηνές δράσης που θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερες και πιο ενδιαφέρουσες, ενώ το έργο δεν στερείται και λογικών κενών στην πλοκή του.

 Γενικά πάντως έχουμε να κάνουμε με μια τίμια προσπάθεια, που τα ψεγάδια της όμως την εμποδίζουν να λάβει το cult status που θα είχε αν ήταν λίγο πιο προσεγμένη. Αν μιλούσαμε για μια campy b-movie θα την αντιμετωπίζαμε αλλιώς, αλλά εδώ δεν έχουμε τέτοια περίπτωση. Προσωπική μου άποψη είναι ότι η ταινία εκλιπαρεί για ένα πρέπον remake και ελπίζω να βρεθεί κάποτε κάποιος αρκετά μερακλής ώστε να μας το προσφέρει. Μέχρι τότε το "Lady snowblood" αξίζει μιας ευκαιρίας απο όλους.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 7/10