Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Top movies. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Top movies. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/8/18

NOCTURNAL ANIMALS (2016)


Η Σούζαν (Amy Adams) είναι ιδιοκτήτης μιας μεγάλης γκαλερύ του Λος Άντζελες, που δεν πηγαίνει πλέον και πολύ καλά. Ο γοητευτικός και φαινομενικά δυναμικός άντρας της είναι συνέχεια απασχολημένος με τη δουλειά του, δεν μπορεί να αφιερώσει ούτε λίγα λεπτά για εκείνη και λείπει συχνά σε επαγγελματικά ταξίδια. Ναι, όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αυτό 9 στις 10 φορές. Ο άντρας της έχει όντως εξωσυζυγική σχέση.

 Η ζωή της φαίνεται να είναι μια καλογυαλισμένη, αλλά αποπνικτική ρουτίνα. Μια οικεία μιζέρια που δεν την γεμίζει σε κανένα επίπεδο πλέον. Η Σούζαν δεν μπορεί να κοιμηθεί κανονικά εδώ και καιρό. Ξαφνικά, μέσα σε όλα αυτά, παραλαμβάνει ένα πακέτο. Το πακέτο είναι από τον πρώην άντρα της, τον Έντουαρντ, με τον όποιο έχει να μιλήσει 19 χρόνια. Μέσα περιέχει το πρωτότυπο ενός μυθιστορήματος που ονομάζεται "νυκτόβια ζώα", με προσωπική αφιέρωση και την προτροπή να βρεθούνε.

Η Σούζαν από το ξεπακετάρισμα ακόμα του βιβλίου κόβεται από το χαρτί. Οιωνός για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στη συνέχεια και στον ψυχισμό της. Η ιστορία του ξεκινάει με μια τριμελή οικογένεια, τον Τόνυ (Jake Jyllenhaal), την γυναίκα του Λώρα και την έφηβη κόρη τους να διασχίζουν το δυτικό Τέξας σε ένα οικογενειακό ταξίδι αναψυχής. Ο Τόνυ θα λέγαμε πως είναι ο εξευγενισμένος τύπος άντρα, που αποφεύγει τις συγκρούσεις και πιστεύει πως με υπομονή και διάλογο μπορεί να διαχειριστεί και να αποφύγει δύσκολες καταστάσεις. Σίγουρα δηλαδή απέχει πολύ από τα macho πρότυπα αρρενωπότητας. Για κακή τύχη εκείνου και των δύο γυναικών της ζωής του όμως, στη διάρκεια του ταξιδιού τους έρχεται αντιμέτωπος με τέσσερα ρεμάλια που δε δείχνουν να εκτιμούν και ιδιαίτερα την μετριοπαθή φύση του. Ο ένας εξ αυτών, ονόματι Ρέυ (Aaron Taylor-Johnson), φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως κυνικός και επικίνδυνος.

Το βιβλίο του Έντουαρντ από τη στιγμή της συνάντησης αυτής μετατρέπεται σε θρίλερ, ο αντίκτυπος του οποίου στην ψυχολογία της Σούζαν φαίνεται να είναι αρκετά σφοδρότερος από ο,τι πιθανότατα θα ήταν για τον μέσο αναγνώστη. Η ταινία πολλές φορές κάνει κόψιμο στην αφήγηση της ιστορίας του βιβλίου και μας δείχνει τη Σούζαν σε αντιδιαστολή με τον Τόνυ.

Ο τελευταίος, παρότι φανταστικός χαρακτήρας, ζει έναν πολύ απτό εφιάλτη μέσα στο μυθιστορηματικό κόσμο του Έντουαρντ. Αντίθετα η, με σάρκα και οστά, Σούζαν φαίνεται τόσο αποστειρωμένη και αποστασιοποιημένη από όλα, ακόμα και από τον ίδιο της τον εαυτό. Σχεδόν ψεύτικη. Το βιβλίο φαίνεται να της το θυμίζει αυτό ολοένα και περισσότερο όσο προχωράει την ανάγνωση, για κάποιο λόγο που ακόμα δεν είναι ιδιαίτερα εμφανής.

Ενδείξεις για το τι πιθανώς συμβαίνει αρχίζουν και δίνονται όταν μπαίνει και ένα τρίτο αφήγημα μέσα στην ταινία. Εκείνο που παρουσιάζει πως έφτασαν να είναι μαζί πριν πολλά χρόνια ο Έντουαρντ και η Σούζαν, τη δυναμική της σχέσης τους και την άδοξη κατάληξη της. Αξιοσημείωτο είναι πως τον Έντουαρντ υποδύεται πάλι ο Jake Jyllenhaal, πράγμα που σημαίνει πως στα μάτια της Σούζαν ο μυθιστορηματικός πρωταγωνιστής ταυτίζεται με τον πρώην άντρα της. Καθώς λοιπόν προχωρούν ταυτόχρονα πλέον και τα τρία αφηγήματα (η πραγματικότητα, το μυθιστόρημα και η αναδρομή στο παρελθόν), πολλά πράγματα αρχίζουν και βγάζουν περισσότερο νόημα, αν και πάντα υπάρχει κάτι ασαφές. Καταλαβαίνουμε όμως πως, επί της ουσίας, το βιβλίο δεν είναι παρά μια αλληγορία για το τι συνέβη μεταξύ του Έντουαρντ και της Σούζαν. Είναι άραγε όμως μόνο αυτό ή και κάτι άλλο;

Θα ήθελα πραγματικά, αντί για κριτική, να κάνω πλήρη ανάλυση αυτού του εξαιρετικού φιλμ, γιατί έχει τόσα πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα για να σχολιάσει και επισημάνει κανείς. Δεν θα ξεφύγω εντελώς όμως. Ο Τομ Φορντ αφηγείται μια συγκλονιστική ιστορία προδοσίας και εκδίκησης. Παρουσιάζει την τρομερή δυσλειτουργικότητα που υπάρχει σε πολλές σχέσεις, υποτίθεται αγάπης. Μιας αγάπης κατ' επίφαση, που σαμποτάρεται συστηματικά από την άρνηση που έχουν πολλοί να αντιμετωπίσουν τις ανεπάρκειες και τις φοβίες τους, καταφεύγοντας στην ανώδυνη λύση του να τις προβάλλουν στον σύντροφο τους, εκλογικεύοντας έτσι την δική τους έλλειψη προσπάθειας. Μια καταστροφική συνταγή, που υπαγορεύεται από την ανικανότητα τους να επικοινωνήσουν πραγματικά με τον άλλο και να πάψουν να λειτουργούν σαν μονάδες μέσα σε μια σχέση.
Κατά συνέπεια, η ευκολία τους να παίρνουν αποφάσεις ζωής μονομερώς και να προβαίνουν σε πράξεις που μπορεί να σημαδέψουν και πληγώσουν ανεπανόρθωτα τον σύντροφο τους αποδεικνύεται σοκαριστικά αυτονόητη για εκείνους. Στο εγωιστικό μυαλό τους έχουν ξεκάθαρα αυτό το δικαίωμα.

Ο Έντουαρντ λέει στη Σούζαν κάποια στιγμή μέσα στο έργο: "όταν αγαπάς κάποιον πρέπει να είσαι προσεκτικός με αυτό, μπορεί να μην το έχεις ποτέ ξανά". Της λέει επίσης: "δεν μπορείς απλά να βαδίζεις μακριά από τις καταστάσεις κάθε φορά". Η Σούζαν δεν κατάλαβε ποτέ την βαρύτητα των δηλώσεων αυτών. H "αγάπη" της είχε ήδη ξεφτίσει και ο Έντουαρντ δεν ήταν πια για εκείνη τίποτα άλλο, πάρα ένας αδύναμος, απορροφημένος από τον εαυτό του άνθρωπος, που δεν έβλεπε την πραγματικότητα. Ένας αιθεροβάμων, που δεν άξιζε άλλο να ασχοληθεί μαζί του και να σπαταλήσει τη ζωή της προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανό αυτό που είχαν. Έτσι τον έβλεπε και έτσι του φέρθηκε. Η προδοσία της βέβαια πήγε πολύ πιο βαθιά από έναν άκομψο και αδόκητο χωρισμό. Τόσο βαθιά, που ο Έντουαρντ βασανισμένος για χρόνια από τις συνέπειες των πράξεων τις, τελικά αναγκάστηκε, για να καταφέρει να επιβιώσει, να σκοτώσει ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του.

Οι συμβολισμοί, παρακολουθώντας το δράμα του Τόνυ και το παρελθόν των Σούζαν/Εντουάρντ να ξεδιπλώνονται, γίνονται πλέον πιο εμφανείς, αν και ποτέ εξόφθαλμοι. Και αυτό είναι στα συν της ταινίας. Υπάρχουν οπτικά στοιχεία που συνδέουν το παρελθόν με το μυθιστόρημα, ενώ γίνονται διαφόρων ειδών νύξεις, κυρίως στο παρόν, για το τι εξελίσσεται και πως αυτό επηρεάζει την Σούζαν. Στο τέλος βέβαια, πρέπει να ενώσει ο θεατής τις τελείες. Εξαιτίας αυτού, υπήρξαν πολλοί που δεν κατάλαβαν καν το έργο και κάποιοι που το βρήκαν δήθεν και επί της ουσίας ρηχό. Τους πρώτους δεν θα τους κάκιωνα, αν η συντριπτική πλειοψηφία τους δεν ήθελε να εκφράζει άποψη για κάτι που δεν καταλαβαίνει, πράγμα απίστευτα εγωκεντρικό και καθυστερημένο. Τους δεύτερους, που ένα κομμάτι τους βέβαια υπερκαλύπτει και την πρώτη ομάδα, γενικά τους σέβομαι σε πρώτη φάση, άλλα διαφωνώ μαζί τους με πάθος.

Το φιλμ είναι αρτιότατο. Η σκηνοθεσία υπέροχα ατμοσφαιρική, αλλάζει χρωματική παλέτα ανάλογα με το τι παρακολουθούμε στην οθόνη. Η ανιαρή καθημερινότητα της "παγωμένης" Σούζαν κινείται κυρίως σε ψυχρούς τόνους, η περιπέτεια του μυθιστορηματικού Τόνυ μέσα στα κίτρινα και τα καφέ της αφόρητης ζέστης του Τέξας, ενώ το παρελθόν του Έντουαρντ και της Σούζαν έχει την πιο νορμάλ εικόνα, ίσως γιατί υπόσχονταν ένα happy-end που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Το καστ πολύ δυνατό, όλοι μέσα στο δέρμα του ρόλου τους, με τον Michael Shannon που παίζει τον Μπόμπυ Άντες, έναν Τεξανό αστυνομικό του μυθιστορήματος, να κλέβει λίγο παραπάνω την παράσταση από τους υπολοίπους κατά την αποψή μου. Ο χαρακτήρας του και ο τρόπος που τον αποδίδει, σε κάνουν να μη θέλεις να πάρεις τα μάτια σου από την οθόνη. Το δε τέλος της ταινίας, για εμένα δικαιώνει απόλυτα ο,τι έχτιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή ο σκηνοθέτης και ειλικρινά οικτίρω όσους το κατέκριναν για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Είναι ο,τι πιο ιδανικό, αλλά δεν θα κάνω spoilers εξηγώντας το γιατί.

Το μόνο που μου έλειψε αρκετά είναι μια στιβαρή παγείωση της σχέσης του Έντουαρντ και της Σούζαν πριν το χωρισμό τους. Δεν θεωρώ ότι πήρε το χρόνο που έπρεπε ο Φόρντ για να το δείξει αυτό. Εστίασε μόνο σε κάποια, αντιδραστικά προς τους γονείς της, κίνητρα της Σούζαν και σε έναν πολύ αόριστο ιδεαλισμό του Έντουαρντ, που πιο πολύ υπονοείται ότι την γοήτευσε αρχικά, παρά το είδαμε στην πράξη.

Εκεί έχασε λίγο δύναμη το έργο, γιατί αντιστοίχως απώλεσε δύναμη και η σχέση, ώστε να μπορέσουμε μετά να νιώσουμε πιο ουσιαστικά στο πετσί μας τι ήταν αυτό που ευτελίστηκε και προδόθηκε. Και το γεγονός (δεν κάνω spoilers) πάνω στο οποίο στηρίχτηκε τελικά το περισσότερο βάρος της προδοσίας, μοιάζει ίσως σα να είναι ένα τέχνασμα, μία ευκολία, ενώ θα μπορούσε να είναι το στοιχείο που θα ολοκλήρωνε την εικόνα ενός δεσμού, που είχε μια κάποια αξία. Αυτό τον δεσμό περιμένει κυρίως από το κοινό να τον συμπεράνει ο Φορντ, αντί να τον αναπτύξει ο ίδιος. Σημαντικό ψεγάδι.

Δεν είναι αρκετό όμως, κατά την γνώμη μου, για να στερήσει από αυτή την ταινία τους επαίνους που της αξίζουν σαν συνολική προσπάθεια. Απλά της στερεί την τελειότητα, πράγμα που στον τελικό απολογισμό δεν έχει και τόση πολλή σημασία, αφού η εμπειρία της θέασης της παραμένει ένα έντονο συναισθηματικό ταξίδι, που το πέρας του αντηχεί εκκωφαντικά αρκετές αδιαμφισβήτητες αλήθειες της δικής μας, πραγματικής ζωής.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 9/10


Some things you cannot take back...

28/4/18

IKIRU (1952)

 

Ο Κάντζι Γουατανάμπε είναι ο υπεύθυνος του τομέα δημόσιων ζητημάτων στο δημαρχείο της πόλης όπου διαμένει. Ένας τυπικός γραφειοκράτης θα έλεγε κανείς. Μόνιμα απασχολημένος, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα, παρά μόνο να διατηρεί τη θέση του. Ο βίος του επί τριάντα συναπτά έτη υπηρεσίας στο δήμο μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί σαν μία ανιαρή ρουτίνα. Τίποτα καινουρίο δε συμβαίνει ποτέ. Αυτό μέχρι τώρα. Ο Κάντζι Γουατανάμπε έχει καρκίνο του στομάχου.

Ο Κουροσάβα κάνει δώρο στην ανθρωπότητα άλλο ένα αριστούργημα, μια απο τις πιο άρτιες και ανθρώπινες ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Τι να πρωτόπει κανείς για την τεχνική μαεστρία που διαθέτει βλέποντας το εκάστοτε πόνημα του; Ειδικά αν σκεφτεί πότε γυρίστηκαν τα περισσότερα. Απίστευτη αίσθηση του κάδρου, υπέροχο μοντάζ και καταπληκτική οπτική αφήγηση, με εικόνες που μπορούν άνετα να γίνουν εξώφυλλο σε νουβέλες εποχής. Ο Κουροσάβα φαίνεται φορές να έχει ανεξάντλητα αποθέματα άσσων στο μανίκι του.  Είναι ένας σκηνοθέτης απο εκείνους που βλέποντας τα έργα τους, μπορείς πολύ εύκολα να αντιληφθείς το μεράκι να ξεχειλίζει απο παντού. Πέρα και πάνω απο όλα αυτά βέβαια, σε ταινίες σαν το Ikiru καταλαβαίνεις πόση ψυχή κουβαλούσε μέσα του.

Ο Γουατανάμπε (Τακάσι Σιμούρα) μαθαίνει λοιπόν ότι έχει το πολύ έξι μήνες ζωής. Τι κάνει συνήθως ένας άνθρωπος στη θέση του μετά το αρχικό σοκ; Απολογισμό φυσικά. Αποξενωμένος απο τον γιό του, για τον οποίο υποτίθεται θυσίασε τη ζωή του μετά τον θάνατο της γυναίκας του, και έχοντας αφήσει τόσο πολύ χρόνο να πάει χαμένος, αποφασίζει επιτέλους να ζήσει.

Στην προσπάθεια του αυτή τον βοηθάει αρχικά ένας συγγραφέας βιβλίων φαντασίας δεύτερης διαλογής. Ένα ρεμάλι ουσιαστικά θα έλεγε κάνεις. Ένα ρεμάλι που συγκινείται όμως απο την κατάσταση του και τη δύναμη ψυχής του να αντιμετωπίσει κατάματα, ενόψει του επικείμενου χαμού του, τον ελεύθερο βίο που στερήθηκε επι δεκαετίες. Περνάνε μαζί λοιπόν μια βραδιά, η οποία εξελίσσεται σε έναν, ηδονιστικό σχεδόν, ύμνο προς τη ζωή και τις χαρές της. Η αντιδιαστολή του μελλοθάνατου Γουατανάμπε με το πλήθος των ανθρώπων που ζουν ανέμελα στο ρυθμό της εποχής είναι ξεκάθαρη και συγκινεί στη σκηνή που ήρωας μας τραγουδάει μέσα σε ένα κέντρο διασκέδασης ένα παλιό παραδοσιακό τραγούδι, που μιλάει για το πόσο πρόσκαιρη είναι η νιότη και πόσο φευγαλέα η ζωή.

Ο πρωταγωνιστής τις επόμενες μέρες τις περνάει κυρίως με την παρέα μια νεαρής υφιστάμενης του στο δημαρχείο, η οποία τον γύρευε ούτως ή άλλως ώστε να βάλει σφραγίδα στη αίτηση παραίτησης της. Η κοπέλα είναι ένα άτομο φρέσκο και χαρούμενο, επομένως ο Γουατανάμπε κατά κάποιο τρόπο νιώθει ότι παίρνει ζωή απο την παρουσία της και επιζητάει να είναι μαζί όσο το δυνατόν περισσότερο.

Αυτό απο ένα σημείο και ύστερα αρχίζει και γίνεται λίγο αλλόκοτο για την νεαρή, η οποία δεν γνωρίζει τίποτα για την κατάσταση του Γουατανάμπε. Όταν του ζητάει τον λόγο, ο ήρωας απρόθυμα δίνει τις απαραίτητες εξηγήσεις, αλλά καταλαβαίνει και ο ίδιος ότι αυτό το πράγμα που συμβαίνει είναι ουσιαστικά μια διαφυγή απο την πραγματικότητα. Κάτι που δεν δίνει καμία αξία στον λίγο χρόνο που του έχει απομείνει. Εκείνη τη στιγμή συμβαίνει στο κεφάλι του μια αποκάλυψη και σε μια απο τις πιο συμβολικές σεκάνς της ιστορίας του σινεμά, αποχωρίζεται την κοπέλα, ενώ παράλληλα στο υπόβαθρο ακούγονται κάμποσα νεαρά κορίτσια να τραγουδούν το "happy birthday to you" στην εορτάζουσα φίλη τους που μόλις εισήλθε στον χώρο που βρισκόντουσαν. Ο νέος εαυτός του μόλις έχει γεννηθεί. Η κοπέλα διαισθανόμενη τη βαρύτητα της στιγμής μένει παγωμένη να "αφουγκράζεται" τι έχει μόλις συμβεί. Μια πραγματικά συγκλονιστική και βαθιά υπαρξιακή σκηνή.

Μετά απο λίγο, το φιλμ κάνει μια μετάβαση πέντε μηνών μπροστά στο χρόνο, στο μνημόσυνο του Γουατανάμπε, όπου ένας σημαντικός αριθμός δημοτικών αξιωματούχων και υπαλλήλων είναι μαζεμένοι να αποδώσουν τιμή. Όταν αποχωρούν τα μεγάλα κεφάλια του δήμου, αυτό που ακολουθεί απο τους εναπομείναντες παριστάμενους είναι μια αλληλουχία αναδρομών στο παρελθόν και το πως πέρασε τους τελευταίους του μήνες ο ηρωάς μας.

Μαθαίνουμε λοιπόν ότι έδωσε πολύ μεγάλο αγώνα ώστε να γίνει πάρκο ένας χώρος με βρώμικα λιμνάζοντα νερά, μια εστία μόλυνσης επι της ουσίας, που αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα για τους δημότες. Τα έβαλε όχι μόνο με την οκνηρή και παχύδερμη γραφειοκρατία, αλλά ακόμα-ακόμα και με τον υπόκοσμο. Με απαράμμιλη επιμονή, άλλα και με μια στωικότητα στην αδιαφορία και την υποτίμηση, σχεδόν μαρτυρική. "Δεν έχω χρόνο να είμαι θυμωμένος με τους ανθρώπους" λέει χαρακτηριστικά σε κάποια φάση ο Γουατανάμπε.

Αν ήθελα πραγματικά να καλύψω κάθε μάθημα ζωής και συμβολισμό της ταινίας, θα έπρεπε να γράψω ίσως άλλο τόσο κείμενο. Ο Τακάσι Σιμούρα (με συμμετοχές και σε άλλες ταινίες του Κουροσάβα, όπως "Οι 7 σαμουράι", "Ο θρόνος του αίματος", "Yojimbo"και "Sanjuro") δίνει μια "απο καρδιάς" ερμηνεία που δεν πέφτει στην παγίδα του μελό (πως θα μπορούσε άλλωστε με τον τεράστιο Ακίρα να τον καθοδηγεί), άλλα πείθει για την αλήθεια της και ξυπνάει πλήθος συναισθημάτων. Ο πρωταγωνιστής είναι αδύναμος απο την ασθένεια και φοβισμένος, αλλά τόσο δυνατός και ατρόμητος παράλληλα. Καταλαβαίνεις πως η καταδική του είναι και η αιτία της προσωπικής του υπέρβασης. Ο τρόπος που κοιτάζει, στιγμές αγγίζει το μεταφυσικό. Όλο το υπόλοιπο καστ τον πλαισιώνει εξαιρετικά. Το μόνο θεματάκι που έχει για εμένα το φιλμ είναι ότι ίσως "απλώνει" λίγο παραπάνω φορές. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις όμως μια ιδιοφυία, που έχει τόσα να πει σε μια ταινία, για κάτι τέτοιο. Θα πάρει το χρόνο της όπως εκείνη νομίζει.

Τα πολλά λόγια είναι φτώχια και ήδη χρησιμοποίησα αρκετά. Ένα αδιαμφισβήτητο "must see" στο βιβλίο μου.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 9,5/10

29/1/18

ANGEL'S EGG (1985)


Ήταν καιρός να μπει και ένα animation φιλμ στον κατάλογο του blog. Και ενώ υπάρχουν πάρα πολλοί αξιόλογοι υποψήφιοι, επέλεξα ίσως ένα απο τα λιγότερο γνωστά του είδους, γιατί πολύ απλά εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ, αρχικά απο την αισθητική του και στη συνέχεια απο το περιεχόμενο του, που μου ήταν αδύνατο να το προσπεράσω.
 
Στα της υπόθεσης δεν υπάρχει κάτι ξεκάθαρο. Παρακολουθούμε ένα κορίτσι που έχει στην κατοχή του ένα μεγάλο αυγό και ζει κοντά σε μια εγκατελελειμμένη φαινομενικά πόλη. Όπως γίνεται αντιληπτό εξ αρχής, το αυγό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ίδια και το φυλάει ως κόρη οφθαλμού, περιμένοντας να επωαστεί κάτι πολύ όμορφο απο αυτό.

Σε μια απο τις σύχνες, όπως φαίνεται, εξερευνήσεις της μικρής στην πόλη αυτή, συναντά ένα νέο άντρα, τον οποίο έχουμε ήδη δει λίγο νωρίτερα εμείς μπροστά απο ένα τεράστιο σφαιρικό σκάφος που ομοιάζει με μάτι και έχει στην επιφάνεια του χιλιάδες αγάλματα σε στάση προσευχής. Το κορίτσι αν και στην πρώτη του επαφή με το νέο φοβάται και τρέπεται σε πηγή, στη συνέχεια τον εμπιστεύεται και γίνονται συνοδοιπόροι. Η συνέχεια και η κατάληξη επί της οθόνης σας.

Όπως ανέφερα, η ταινία είναι αρκετά ασαφής σαν ιστορία και αφήνει μεγάλο περιθώριο για ερμηνείες. Ωστόσο, υπάρχουν ξεκάθαρες βιβλικές νύξεις και αναφορές, χωρίς όμως να έχουμε κάποιο σκηνοθετικό κύρηγμα ή τόσο απροκάλυπτα εμφανείς αλληγορίες που να υποτιμούν την αντίληψη του θεατή και να ευτελίζουν το φιλμ. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή με το πρόσφατο απαράδεκτο Mother! του Αρονόφσκι. Ίσα ίσα, οι υπαινιγμοί και τα μηνύματα, αν και βρίσκονται σίγουρα εκεί, ποτέ δεν "φωνάζουν" και ποτέ δε σε ωθούν σε τελεσίδικα συμπεράσματα. Και αυτό είναι κάτι που εξυψώνει απίστευτα το Angel's Egg και σε προσκαλεί να το "επισκεφτείς" ξανά και ξανά, για να δεις τι καινούριο θα ανακαλύψεις αυτή τη φορά και αν μετά το πέρας της θέασης θα έχεις την ίδια άποψη με πριν.

Για όσους θέλουν μια ιδέα βέβαια για το τι περίπου μπορεί να διαπραγματεύεται η ταινία, θα αναφέρω τη δική μου αντίληψη σε μέσες άκρες, που ενισχύθηκε και εμπλουτίστηκε και απο τις απόψεις άλλων, μετά απο σχέτικο ψάξιμο που έκανα στο νετ. Έχουμε να κάνουμε πρωτίστως με μια σπουδή πάνω στο θέμα της τυφλής πίστης, πως η άρση αυτής σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας και την ψυχική ενηλικίωση. Παρόλα αυτά, υπάρχουν πολλές ενδείξεις πως, αν και τίθενται αρκετά ερωτηματικά πάνω στο ζήτημα αυτό, η πίστη αυτή καθαυτή δεν απορρίπτεται συνολικά. Το φιλμ φαίνεται να καλεί τον θεατή να μην ταυτίζεται με μια δογματική ουτοπία, το κυνήγι της οποίας προκαλεί μόνο πόνο και καταστροφή, αλλά να βρει την ουσία μέσα απο την πίστη του και να τη μετασχηματίσει σε κάτι ζωντανό και αληθινά δημιουργικό. Πρέπει να σπάσει δηλαδή το κέλυφος και να δει τι πραγματικά βρίσκεται μέσα στο αυγό.

Πέραν αυτού, υφίστανται και άλλα επι μέρους μηνύματα και πλείστοι όσοι συμβολισμοί, άλλα δεν θα μπω στη διαδικασία να τα αναφέρω όλα αυτά, γιατί είναι καλύτερο να τα ανακαλύψετε μόνοι σας. Υπάρχουν άλλωστε και διάφορες αναλύσεις που μπορείτε να καταφύγετε αν επιθυμείτε.

Όσον αφορά το οπτικοακουστικό κομάτι, το Angel's Egg είναι ένα αριστούργημα και αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Ο σκηνοθέτης Μαμόρου Όσιι (πιο γνωστός για το Ghost in the cell) και ο εικονογράφος, ζωγράφος σκηνογράφος, γλύπτης, σχεδιαστής κουστουμιών και συν-σεναριογράφος με τον Όσιι εν προκειμένω, Γιοσιτάκα Αμάνο (δούλεψέ και στη σειρά video games Final Fantasy) παρέδωσαν ένα έργο τέχνης που θα στέκεται αγέρωχο εις το διηνεκές.

Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι υπνωτιστική (υπάρχουν ελάχιστοι διάλογοι), με εννίοτε ονειρικές σεκάνς που σε απορροφούν εντελώς και σε μεταφέρουν σε έναν άλλο κόσμο, ενώ η art nouveau αισθητική της πόλης και ο γενικότερος σχεδιασμός και το animation αποτελούν λαμπρό παράδειγμα καλλιτεχνικής μαεστρίας. Σε όλα τα παραπάνω σημαντικότατο ρόλο παίζει και η ηχητική συμβολή του συνθέτη Γιοσιχίρο Κάνο που παρέδωσε ένα συγκλονιστικό soundtrack.

Προσωπικά δε μπορώ να βρω κανένα ψεγάδι στο συγκεκριμένο φιλμ, παρά μόνο τη μικρή του διάρκεια ίσως. Πιστεύω πως είχε ευρύ πεδίο να δώσει και άλλα πράγματα. Απο την άλλη, αν "άπλωνε" παραπάνω ίσως και να κατέληγε φλύαρο, μιας που όπως όλα δείχνουν, για ο,τι ήθελαν να παρουσιάσουν οι Όσιι και Αμάνο 71 λεπτά ήταν αρκετά. Συγκαταλέγεται πλέον στις αγαπημένες μου ταινίες και το συνιστώ χωρίς ενδοιασμό. Δεν είναι για όλους όμως. Beware...

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 10/10

16/3/17

MARTYRS (2008)


Το Martyrs είναι ένα φιλμ που μετά την πρώτη θέαση αρχίζει και χάνει σε δύναμη. Όχι γιατί ανακαλύπτεις ελλατώματα, ίσα-ίσα που το εκτιμάς ακόμα περισσότερο όσο απορροφάς πράγματα που μπορεί αρχικά να σου είχαν διαφύγει, αλλά γιατί είναι απο εκείνες τις ταινίες που το shock value τους είναι τρομερά υψηλό. Για αυτό και τα συναισθήματα που νιώθεις την πρώτη φορά που θα τη δεις σε στοιχειώνουν για καιρό. Προσωπικά θυμάμαι μια έντονη αίσθηση αποστροφής σε συγκεκριμένες σκηνές, καθώς και ένα βαθύ αίσθημα απόλυτης ματαιότητας και απόγνωσης με το πέρας της.

Η Λούσι (Μιλέν Ζαμπανόι) είναι ένα κορίτσι που κατάφερε να αποδράσει απο τα χέρια των βασανιστών της. Στην αρχή του έργου βλέπουμε ένα σύντομο μοντάζ της ζωής της στο ίδρυμα που κατέληξε μετά την περιπέτεια της και διαπιστώνουμε πως μοναδική της φίλη είναι ένα ακόμα εγκλειστό κοριτσάκι, η Άννα (Μοριάνα Αλαούι). Η ταινία στη συνέχεια κάνει μια μετάβασh 15 ετών μπροστά, εκεί όπου μια φαινομενικά καθημερινή οικογένεια γίνεται στόχος της (ενήλικης πλέον) Λούσι, μιας που θεωρεί πως οι δύο γονείς ήταν οι υπαίτιοι για τα δεινά της.

Απο αυτό το σημείο και ύστερα ξεκινάει ουσιαστικά το φιλμ, που καταφέρνει εξαιρετικά να συνδυάσει το gore (το σοβαρό, όχι το technicolor), τον τρόμο (που όμως στην πορεία έχει την εξηγησή του, άρα πείθει) και το torture cinema. Το τελευταίο ειδικά γίνεται με τέτοιο τρόπο που σε ξαφνιάζει, κλονίζει την πίστη σου στην ανθρωπότητα και σε αφήνει να μετράς τα κομάτια σου. Όπως και στο gore μέρος όμως, έτσι και εδώ ο σκηνοθέτης (Πασκάλ Λογκιέρ) είναι αρκετά ικανός ώστε να μην πέσει στην παγίδα της ακατάσχετης ή μη ρεαλιστικής βίας, που έχει οδηγήσει πολλές ταινίες στην ατραπό της διαστροφικής εξιδανίκευσης όλων αυτών των καταστάσεων και στην αναισθητοποίηση απέναντι στην κτηνωδία.

Αντίθετα, αποκαλύπτει με ωμό τρόπο τη θλιβερή πραγματικότητα της ανθρώπινης βαναυσότητας και με υπολογισμένες κινήσεις καταφέρνει συντριπτικά χτυπήματα στον ψυχισμό του θεατή. Ευτυχώς, παρά την ψυχρή αυτή προσέγγιση η ταινία δεν είναι ένα προσχηματικό κατασκέυασμα με μοναδικό σκοπό να σοκάρει και να περάσει απλά το μήνυμα της. Οι χαρακτήρες είναι ρεαλιστικοί, τα βιώματα τους είναι αληθινά, τα κινητρά τους το ίδιο. Αυτό βεβαίως οφείλεται στις καταπληκτικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών, άλλα και στο άρτιο (με κάνα-δύο λογικά κενά) σενάριο, το οποίο υπογράφει πάλι ο Λογκιέρ. Αποτέλεσμα αυτού, το φιλμ να αποτελεί μια ολοκληρωμένη μεταφορά του οράματος του Γάλλου στην οθόνη, με στιβαρή και όμορφη σκηνοθεσία, αρκετές νύξεις στο υποσυνείδητο και απόλυτο καλλιτεχνικό έλεγχο σε λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά.

Το έργο έχει πολλή ψυχή μέσα του, μόνο που είναι κατάμαυρη, όπως και η ιστορία που ξεδιπλώνεται σε αυτό. Μια σκληρή ταινία που σχεδόν σε όλα παίρνει άριστα, απο το σενάριο μέχρι το make-up. Παρόλα αυτά νιώθω ότι κάτι της λείπει για να αγγίξει το τέλειο. Ίσως να ήθελα λίγο παραπάνω χρόνο για ανάπτυξη χαρακτήρων, δεν μπορώ να το εντοπίσω με βεβαιότητα. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι την προτείνω ανεπιφύλακτα, πάντα όμως με την προϋπόθεση πως διαθέτετε γερό στομάχι.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 9/10

17/12/16

HARAKIRI a.k.a SEPPUKU (1962)


Έχοντας ήδη κάνει ποστ για δύο ταινίες του τεράστιου Ακίρα Κουροσάβα, θεώρησα πως ήρθε η στιγμή να τιμήσω και έναν άλλο μεγάλο Ιάπωνα σκηνοθέτη, τον Μασάκι Κομπαγιάσι. Έναν δημιουργό που σίγουρα δεν άφησε πίσω του την κληρονομιά του πρώτου, άλλα μας πρόσφερε μερικές σπουδαίες ταινίες, όπως την 9ώρη αντιπολεμική τριλογία Ningen no jôken (a.k.a Human Condition), το Jôi-uchi: Hairyô tsuma shimatsu (a.k.a Samurai Rebellion), το μεταφυσικό Kwaidan και φυσικά το Harakiri. Το κορυφαίο του έργο και ένα απο τα σημαντικότερα στην ιστορία του σινεμά κατά την ταπεινή μου άποψη.

Το φιλμ εξελίσσεται κατά την περίοδο της ειρήνης που ακολούθησε τους πολέμους και τις διενέξεις μεταξύ των διάφορων αρχόντων της φεουδαρχικής Ιαπωνίας. Η κεντρική εξουσιά, το σογκουνάτο, καταργεί αρκετές απο τις υφιστάμενες φατρίες και αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλοί σαμουράι να μένουν χωρίς αφέντη και επομένως χωρίς τρόπο βιοπορισμού. 

Ορισμένοι εξ αυτών, θέλοντας να γλιτώσουν την ατίμωση της επαιτείας ή γενικότερα μιας ζωής χωρίς τιμή (όπως αυτοί τουλάχιστον την αντιλαμβάνονται έτσι), παρουσιάζονται στις πύλες των εναπομείναντων φατρίων και ζητούν να τους δωθεί χώρος ώστε να τελέσουν σεπούκου (γνωστότερο και ως χαρακίρι). Δηλαδή να αφαιρέσουν την ίδια τους τη ζωή βάσει του παραδοσιακού κώδικα τιμής των σαμουράι, του bushido. Οι περισσότερες φατρίες όμως αρνούνται να κάνουν αποδεκτό κάτι τέτοιο και συνήθως τους προσφέρουν κάποια χρήματα και τους διώχνουν μακριά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τους παίρνουν ακόμα και υπο τη σκέπη τους. Παρατηρείται λοιπόν το φαινόμενο ένα μεγάλο ποσοστό απο αυτούς τους πεινασμένους και απελπισμένους ρόνιν να ζητούν προσχηματικά να κάνουν χαρακίρι, με απώτερο σκοπό να έχουν κάποιο όφελος απο όλο αυτό. Πράγμα που θεωρείται απο όσους είναι αυστηρά προσκολλημένοι στον κώδικα τιμής, τεράστια προσβολή και ευτελισμός του bushido.

Ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας, ο Τσουγκούμο Χανσίρο, είναι ένας ακόμα πρώην σαμουράι που εμφανίζεται κάποια στιγμή στη βάση του οίκου Ίγι και εκφράζει την επιθυμία να τελέσει χαρακίρι. Ο ανώτερος σύμβουλος της φατρίας, προσπαθώντας να τον αποτρέψει απο αυτή την απόφαση, του διηγείται την ιστορία κάποιου άλλου ρονίν που πέρασε απο εκεί πριν κάτι μήνες έχοντας το ίδιο αίτημα. Το όνομα του ήταν Τσιτζίγουα Μοτόμε και ανήκε κιόλας στην ίδια, διαλύμενη πλέον, φατρία που υπηρετούσε και ο Χανσίρο. Ο Μοτόμε σύμφωνα με τον σύμβουλο δεν είχε πραγματική πρόθεση να αυτοκτονήσει, άλλα αηδιασμένοι από την ατιμωτική του συμπεριφορά, αντί να του δώσουν κάποια βοήθεια, η οποία θα έφερνε ντροπή στον οίκο και πλήθος ακόμα επιτήδειων στις πύλες τους, αποφάσισαν να τον πιέσουν να πάει μέχρι τέλους.

 Σε ένα βασανιστικό τελετουργικό, ο Μοτόμε αναγκάστηκε να ξεκοιλιάσει τον εαυτό του χρησιμοποιώντας ένα ξίφος που η λεπίδα του ήταν φτιαγμένη απο μπαμπού (άρα καθόλου κοφτερή), παρατείνοντας έτσι τo μαρτύριο του ακόμα περισσότερο από όσο ήταν απαραίτητο. 


 Ο Χανσίρο παρά την ιστορία του συμβούλου παραμένει αμετακίνητος στο αιτημά του. Όλα είναι πλέον έτοιμα για το χαρακίρι. Ή σχεδόν όλα, αφού όταν ο Χανσίρο ζητάει κατά σείρα τρείς απο τους πιο σπουδαίους σαμουράι των Ίγι να είναι οι βοηθοί του στην τελετή, αποδεικνύεται πως όλοι απουσιάζουν εντελώς απροσδόκητα. Ο σύμβουλος στέλνει ανθρώπους να δούνε τι έχει συμβεί και στο μεσοδιάστημα ο Χανσίρο αποφασίζει να διηγηθεί και εκείνος μια ιστορία με τη σειρά του. Αυτό που ακολουθεί είναι το ξεδίπλωμα ενός δράματος, μιας που όπως αποδεικνύεται ο Χανσίρο και ο Μοτόμε σχετίζονταν, όντας δεμένοι μάλιστα και με οικογενειακούς δεσμούς.

Το έργο είναι ένας σκηνοθετικός θρίαμβος. Ο Κομπαγιάσι αγγίζει την τελειότητα με τα υπέροχα κάδρα και πλάνα του, δημιουργώντας αξεπέραστες εικόνες και ένα κλίμα του οποίου την ένταση νιώθεις στο πετσί σου. Οι μακρείς, άδειοι και σιωπηλοί διάδρομοι της βάσης των Ίγι αντικατοπτρίζουν ιδανικά το βάρος της παράδοσης και τον μονόδρομο της κοινωνικής απαίτησης. Ίσως και την κενότητα όλων αυτών. Όποιος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα πρότυπα τιμής και ανδρισμού που επιβάλει ο κώδικας θεωρείται μίασμα και απαξιώνεται. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;  Mήπως τα παραπάνω σε τελική ανάλυση είναι μόνο ένα προσωπείο με λίγη εώς και καθόλου ουσία; Μια ταύτιση που ακόμα και εκείνοι που την υποστηρίζουν με θέρμη στα λόγια, αδυνατούν να την υποστηρίξουν στην πράξη; Η απάντηση έρχεται μέσα απο τα λόγια του Χανσίρο, άλλα και τις πράξεις του Μοτόμε που φαινομενικά είναι ο πιο αδύναμος και "θηλυκός" αντρικός χαρακτήρας της ταινίας. Όποιος εμμένει σε σύμβολα και αντικείμενα δεν μπορεί να κάνει ούτε το ελάχιστο καλό, ακόμα και στους πιο αγαπημένους του ανθρώπους. Αντίθετα, εκείνος που έχει μόνο αγάπη μέσα του φτάνει μέχρι και στην κόλαση για αυτούς. Μια κόλαση που δυστυχώς δεν δημιούργησε κανένας θεός ή διάολος, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. 

Ερμηνευτικά, ο Τατσούγια Νακαντάι (Χανσίρο), όπως στο Ραν έτσι και εδώ, είναι καταπληκτικός. Η αποδοσή του στο Ραν βέβαια είναι κάτι το εξωπραγματικό, άλλα και εδώ κάθε βλέμμα, κάθε κουβέντα, κάθε αντιδραση του είναι τόσο αληθινά που φορές μοιάζουν αβάσταχτα. Ένας εξαιρετικός ηθοποιός που αξίζει να κυνηγήσει κανείς τη φιλμογραφία του. Αυτός και ο, πολύ διασημότερος του, Τοσίρο Μιφούνε είναι πιθανότατα οι δύο πιο σπουδαίοι Ιάπωνες ηθοποιοί του 20ου αιώνα. Το υπόλοιπο καστ στέκεται επίσης στο ύψος των περιστάσεων, τιμώντας το όραμα του σκηνοθέτη και το πνεύμα της ταινίας. 
Η μουσική, όσες φορές χρησιμοποιείται, αλλόκοσμη και τραγική στοιχειώνει την ατμόσφαιρα και εντείνει το αίσθημα της αγωνίας και της ματαιότητας συνάμα. Για άλλη μια φορά οι Ιάπωνες φαντάζουν τόσο κοντά στην αρχαία ελληνική τραγωδία, που δεν μπορείς πάρα να πιστέψεις ότι υπάρχει κάποια κρυφή σύνδεση. Ειλικρινά δεν μπορώ να βρώ κάποιο πραγματικό μειονέκτημα στο φιλμ αυτό. Ίσως μόνο το γεγονός ότι κάποιες μονομαχίες δεν αποδίδονται με τόσο ιδανικό, κατά την άποψη μου, τρόπο ή και παραλείπονται ακόμα. Όμως δεν είναι αυτό η ουσία του έργου και σίγουρα δεν πρόκειται κανείς να εστιάσει εκεί μετά την παρακολούθηση αυτού του αριστουργήματος.

Πρόκειται για μια ιδιοφυή δημιουργία που προκαλεί την κατεστημένη ηθική, στοχάζεται πάνω στη θέση του ανθρώπου στην κοινωνία, καθώς και της κοινωνίας στην ιστορία και την παράδοση. Την προτείνω ανεπιφύλακτα. Ακατάλληλη μόνο για θεατές αποκλειστικά εύπεπτων ταινιών, ανυπόμονους και όσους δεν μπορούν να δουν πέρα απο τη μύτη τους. 

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 9,5/10


Yγ. Η ταινία έχει και remake (Ichimei του 2011) απο τον Τακάσι Μίικε, το οποίο δεν έχω δει, αλλά αμφιβάλλω ότι μπορεί να φτάσει το πρωτότυπο. Έχει μπει στην playlist παρόλα αυτά.

27/6/16

JOHNNY GOT HIS GUN (1971)


Ο Ντάλτον Τράμπο, όπως κάποιοι ίσως μάθανε και απο την πρόσφατη βιογραφική ταινία με πρωταγωνιστή τον Μπράιαν Κράνστον, δεν είναι ένας τυχαίος συγγραφέας/σεναριογράφος. Είναι ένας απο τους 10 σεναριογράφους και σκηνοθέτες που μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αρνήθηκαν να καταθέσουν ενώπιον του Αμερικάνικου Κογκρέσου και να δώσουν εξηγήσεις για το υποτιθέμενο φιλοκομμουνιστικό έργο τους. Aυτό είχε ως αποτέλεσμα φυλάκιση, καθώς και μακροχρόνια καλλιτεχνική απομόνωση. Επομένως σεβασμός στον άνθρωπο όπως και να έχει. Εν προκειμένω, στην συγκεκριμένη ταινία που αποτελεί την κινηματογραφική απόδοση του ομώνυμου του βιβλίου, εκτελεί και χρέη σκηνοθέτη. Επομένως απο αυτή την άποψη μπορούμε να πούμε ότι αυτό που βλέπουμε στην οθόνη είναι λογικά ο,τι πιο κοντινό στο αυθεντικό όραμα του συγγραφέα. Αν δεν μπορεί να το πετύχει ο ίδιος που το έγραψε, τότε ποιός;

O Tζο Μπόναμ (Τίμοθι Μπότομς) είναι ένας, κάτι παραπάνω απο άτυχος, στρατιώτης που εξαιτίας μια οβίδας έχασε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όλα του άκρα, καθώς και σχεδόν όλο το πρόσωπο του (μάτια, αυτιά, σαγόνι, δόντια και γλώσσα). Ο στρατιωτικός γιατρός είναι πεπεισμένος ότι ο εγκέφαλος του πλέον δεν λειτουργεί φυσιολογικά και ότι κάποιες κινήσεις του κεφαλιού του που συμβαίνουν εννίοτε είναι απλά αντανακλαστικές. Η αλήθεια όμως είναι αρκετά διαφορετική. Ο Τζο πράγματι δεν μπορεί να περπατήσει, δεν μπορεί να ακουμπήσει με δική του βούληση κάτι, δεν μπορεί να μιλήσει, ούτε να δεί και να ακούσει, όμως το μυαλό του παραμένει άθικτο. Η σκέψη του είναι ζωντανή και φυλακισμένη σε ένα σωμά που είναι πλέον εντελώς μη λειτουργικό. Εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κάποιος για πόσο εφιαλτική κατάσταση μιλάμε.

Η ταινία χωρίζεται σε τρία μέρη ουσιαστικά που εναλλάσονται το ένα με το άλλο. Το ένα είναι το ασπρόμαυρο παρόν όπου γινόμαστε μάρτυρες των σκέψεων του Τζο για την "καταδίκη" του, καθώς και της προσπάθειας του να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Το δεύτερο είναι το πολύχρωμο (σχεδόν technicolor) παρελθόν των αναμνήσεων του Τζο, που δίνει στοιχεία για την οικογένεια και τον προηγούμενο βίο του. Το τρίτο είναι η φαντασία του Τζο όπου βλέπουμε τις πιο μύχιες σκέψεις του και βιώνουμε την αγωνία του. Δεν είναι τυχαίος βέβαια ο τρόπος που έχει επιλέξει ο Τράμπο να απεικονίσει κάθε κατάσταση. Το άθλιο και δυσοίωνο παρόν είναι ασπρόμαυρο, το παρελθόν που εκφράζει νοσταλγία για μια άλλη ζωή είναι πολύχρωμο, και βέβαια η φαντασία του Τζο συχνά γκροτέσκ και σκοτεινή. Καθόλου παράλογο άλλωστε όταν κάποιος είναι καταδικασμένος να ζει μια τέτοια ύπαρξη.

Το φιλμ είναι γεμάτο κοινωνικούς σχολιασμούς που δεν περιορίζονται απλά σε αντι-πολεμικά μηνύματα, αλλά πάνε ακόμα παραπέρα και αμφισβητούν το σύστημα σφαιρικά. Ο στρατιώτης που εξέπεσε απο το ηρωικό του στάτους σαν προστάτης της πατρίδας, τώρα αντιμετωπίζεται απο το κατεστημένο σαν ένα κομμάτι κρέας που απλά ζει. Δεν του αναγνωρίζεται καμία αξιοπρέπεια και ανθρώπινη υπόσταση πια. Ήταν ακόμη ένας αναλώσιμος που θυσίασε τη ζωή του στο όνομα διάφορων ασαφών εννοιών όπως δημοκρατία και ελευθερία. Ένας ακόμα νέος που χαραμίστηκε για να ζήσουν οι γέροι. Ένας ακόμα μικρός που μπήκε στη μηχανή του κιμά για να έχουν να τρώνε οι μεγάλοι αυτού του κόσμου. Και το έκανε με περισσή χαρά και αίσθημα καθήκοντος. Οι φανταστικοί διάλογοι του Τζο με τον Χριστό (Ντόναλτ Σάδερλαντ) δεν προσφέρουν καμία λύση για την συνθήκη στην οποία βρίσκεται, ούτε καν παρηγοριά. Η θρησκεία που επαίρεται πως έχει όλες τις απαντήσεις είναι και αυτή περιορισμένη.

Σε κάποια σεκάνς του έργου ο Τζο θυμάται μια φορά που είχε πάει για ψάρεμα με τον πατέρα του στον ποταμό. Ο πατέρας του, του δειχνει κάποια βράχια και του λέει πάνω-κάτω το εξής "βλέπεις αυτά τα βράχια; Κάποτε εκεί πέρα κυνηγούσαν ινδιάνοι. Οι άνθρωποι τους σκότωσαν και τους ρίξαν στο νερό. Aπό τότε εκείνο το σημείο έχει πολύ ψάρι". Ξεκάθαρο σχόλιο για το πως οι Η.Π.Α. (αλλά και πολλές χώρες ακόμα) αφάνισαν και εκμεταλεύτηκαν στο έπακρο ιθαγενείς πληθυσμούς και μειονότητες ώστε να μπορέσουν να γίνουν μεγάλες και τρανές. Τέτοια μηνύματα μπορεί να ανακαλύψει κανείς πάρα πολλά αν είναι προσεκτικός. Παρ' όλο που δεν έχω διαβάσει το βιβλίο φαντάζομαι ότι θα υπάρχουν ακόμα περισσότερα εκεί. Η ταινία πάντως παραμένει ένα άκρως αντι-συστημικό μανιφέστο που διέπεται πλήρως απο τα ουμανιστικά ιδεώδη και την ανάγκη του Ντάλτον Τράμπο να μας κάνει να γυρίσουμε πίσω στην πηγή και την αλήθεια της υπαρξής μας. Την αγάπη.

Επιστρέφοντας στην τελευταία πρόταση της πρώτης παραγράφου, αν θα έπρεπε να κάνω κάποια κριτική στην ταινία, θα ελεγα οτι η σκηνοθεσία του Τράμπο μπορεί πιθανότατα να εκφράζει το όραμα του, απο την άλλη δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο να παρούσιασει οπτικά. Είναι μια πολύ τυπική σκηνοθετική προσπάθεια, που μάλλον αντανακλά το γεγονός ότι ο Τράμπο δεν ήταν σκηνοθέτης επί της ουσίας. Και αυτό αποτρέπει κάποιον απο το να χαρακτηρίσει σαν αριστούργημα ένα φιλμ που σαν πρωτότυπο υλικό έχει όλα τα φόντα. Δεν μπορώ να φανταστώ τι ταινία θα βλέπαμε αν σκηνοθέτης ήταν ο Κουροσάβα για παράδειγμα.

Μια ακόμα ένσταση που έχω αφορά την ερμηνεία του Μπότομς, o oποίος κυρίως στις στιγμές που βλέπουμε τον Τζο στη τωρινή του κατάσταση, με την αφηγησή του δεν πείθει πάντοτε ότι είναι ο άνθρωπος αυτός που βλέπουμε να υποφέρει στην οθόνη μας. Δεν γίνεται πάντα πραγματικά αισθητή η αγωνία του, ίσως και η πιθανή τρέλα που θα ήταν φυσικό να τον έχει πιάσει. Ακόμα και στην ώρα της απογνωσής του περνάει προς τα έξω ως συμβιβασμένος και ψύχραιμος, ενώ κάποιος θα περίμενε να βράζει μέσα του και να ακροβατεί μεταξύ λογικής και παράνοιας. Απώλεσε έτσι απο αυτή την προσέγγιση δύναμη και ρεαλισμό το έργο κατά την αποψή μου.

Εν κατακλείδι το "Johnny got his gun" είναι ένα κλασικό έργο με διαχρονικά και ζωτικής σημασίας διδάγματα, το οποίο χάνει την πλήρη καλλιτεχνική αρτιότητα στα σημεία, αλλά έχει ένα τόσο σπουδαίο υπόβαθρο που η θέαση του αποτελεί must. Όποιος δεν το έχει δει, μετά την ανάγνωση αυτού του κειμένου υποχρεούται να το πράξει.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 8,5/10

25/4/16

RAN (1985)


Ο Κουροσάβα είναι ένας σκηνοθέτης που θα τιμηθεί πολλές φορές εδώ πέρα. Δεν γίνεται αλλιώς άλλωστε, μιλάμε για έναν ιδιοφυή δημιουργό. Έναν άνθρωπο που αποτελεί κεφάλαιο για το παγκόσμιο σινεμά, έναν εθνικό θησαυρό για τους Ιάπωνες, που άφησε πίσω του ένα έργο βαθιά υπαρξιακό και πανανθρώπινο. Ολόκληρη η φιλμογραφία του κυμαίνεται μεταξύ του πολύ καλού και του αριστουργήματος. Και στην κορυφή όλων, κατά την γνώμη μου τουλάχιστον, βρίσκεται το Ran.

Πρόκειται ουσιαστικά για την μεταφορά του "Βασιλιά Ληρ" του Γουίλιαμ Σέξπηρ στην φεουδαρχική Ιαπωνία, πράγμα που είχε επιχειρήσει και άλλη φορά στο παρελθόν ο Κουροσάβα ("Ο θρόνος του αίματος" ήταν μεταφορά του "Μάκβεθ"). Αν λάβουμε υπόψιν μας ότι ο Σέξπηρ θεωρείται από πολλούς αισθητά επηρεασμένος απο τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς συγγραφείς, τότε βλέποντας το Ran αρκετοί θα αντιληφθούν πολύ πιο εύκολα γιατί το όλο σκηνικό μοιάζει τόσο οικείο φορές. Και πράγματι υπάρχουν σκηνές που το γενικότερο στήσιμο, η ατμόσφαιρα και οι ελάχιστες, άλλα καίριες, μουσικές παρεμβάσεις "μυρίζουν" Επίδαυρο. Ο Κουροσάβα μας προσφέρει ένα εξαιρετικό αμάλγαμα θεάτρου Νο και Σέξπηρ. Και κάπου εκεί μέσα αντηχεί πάντα έντονα το αρχαίο ελληνικό δράμα.

Ο άρχοντας Χιντετόρα, μετά από ένα όνειρο που αντιλαμβάνεται ως σημαδιακό, αισθάνεται ότι είναι αρκετά μεγάλος ώστε να να παραμένει αρχηγός του οίκου των Ιντζιμόντζι. Αποφασίζει να δώσει στον μεγαλύτερο γιό του (Τάρο) τον τίτλο μαζί με το πρώτο και πιο μεγαλοπρεπές κάστρο, ενώ στους άλλους δύο γιούς του αποφασίζει να δώσει το δεύτερο και το τρίτο κάστρο αντίστοιχα με την προτροπή να στηρίζουν τον Τάρο. Ο ίδιος διατηρεί τον τίτλο του μεγάλου άρχοντα μαζί με μια φρουρά τριάντα αντρών. Ο μόνος που διαφωνεί ουσιαστικά με την απόφαση του, είναι ο μικρότερος του γιός (Σαμπούρο), ο οποίος θεωρεί ότι ο πατέρας του είναι αφελής που πιστεύει οτι τα παιδιά του που μεγάλωσαν μέσα σε μια εποχή γεμάτη πόλεμο και έριδες θα δείξουν καλή πίστη, τιμώντας τον και μένοντας ενωμένοι. Παράλληλα καυτηριάζει τους αδερφούς του για τον κατ' επίφαση σεβασμό και την υπερβολική κολακεία τους απέναντι στον Χιντετόρα. Ο τελευταίος βρίσκει τρομερά αναιδή και ζηλόφθονη τη στάση του Σαμπούρο και τον εξορίζει. Η εξέλιξη των πραγμάτων δυστυχώς δικαιώνει τον βενιαμίν των Ιντζιμόντζι.

Η ταινία είναι ένα αριστούργημα απο όλες τις απόψεις. Οι ερμηνείες είναι καταπληκτικές με τον Τατσούγια Νακαντάι που υποδύεται τον Χιντετόρα να αξίζει όλα τα όσκαρ του κόσμου. Η απόδοση της πτώσης του άλλοτε σεβαστού και ισχυρού πολέμαρχου στην ανυποληψία και την τρέλα είναι συγκλονιστική. Το υπόλοιπο καστ τον ακολουθεί κατα πόδας με την Μίεκο Χαράντα που υποδύεται την γυναίκα του Τάρο να ξεχωρίζει. Ο χαρακτήρας της (Λαίδη Κάεντε) είναι πολύ βασικός, αφού στην ουσία αυτή υποκινεί όλες τις συγκρούσεις μέσα στο βασίλειο, και τον ερμηνεύει υποδειγματικά. Ιδιαίτερος και ο ρόλος του Σινοσούκε Ικεχάτα (Κιόαμι) που υποδύεται τον γελωτοποιό, πιστό συνοδοιπόρο του Χιντετόρα ακόμα και στην απόλυτη παρακμή του. Αποτελεί ουσιαστικά το ηθικό στοιχείο της ταινίας που εκφράζει τις πιο πικρές και δύσκολες αλήθειες. Όλοι οι ηθοποιοί υπηρετούν ιδανικά το έργο και καταλαβαίνουν για ποιό λόγο είναι εκεί, τι και πως πρέπει να το κάνουν. Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που απλά να διεκπεραιώνει, ούτε καν οι κομπάρσοι. Αυτό είναι ένδειξη του πόσο σοβαρά και με μεράκι συμμετείχαν όλοι σε αυτό το εγχείρημα.

Το Ran εξερευνά σε βάθος έννοιες όπως η προδοσία, η ματαιοδοξία, η πίστη, η συγχώρεση, η εκδίκηση, η απληστία και η μοναξιά. Ο Κουροσάβα καταλαβαίνει πολύ καλά το πρωτότυπο υλικό και το πάει ένα βήμα παραπέρα, δίνοντας μεγαλύτερη υπόσταση σε αρκετούς χαρακτήρες. Όλο το έργο τονίζει εμφατικά πόσο μεγάλη ματαιοπονία είναι το κυνήγι της δύναμης, ειδικά όταν αυτή αποκτάται με δόλιους τρόπους και χωρίς την απαραίτητη σοφία ώστε να τη διαχειριστείς. Ο κάποτε πανίσχυρος άρχοντας καταλήγει προδομένος και βρίσκει την όποια συμπόνοια και πίστη σε ανθρώπους που αποπήρε και πλήγωσε. Οι κενόδοξοι και εγωκεντρικοί γίοι του δολοπλοκούν προσδοκώντας το μεγαλείο, εξυφαίνοντας όμως ασυνείδητα τον χαμό τους. Κανείς δεν ελέγχει τη μοίρα του σε έναν κόσμο τόσο σκληρό και αλλοιωμένο, ούτε ακόμα και αυτοί που έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Τελικά η περισσότερη λογική και ουσία βρίσκεται στα λόγια του πιο ασήμαντου κοινωνικά χαρακτήρα, του "ανόητου" γελωτοποίου.

Η ιστορία αποτυπώνεται και οπτικά με τον αρτιότερο τρόπο. Η σχεδόν πάντα στατική κάμερα με τα καταπληκτικά κάδρα και η υπέροχη χρωματική παλέτα της ταινίας, δημιουργούν, όπως προείπα, την αίσθηση της θέασης αρχαίας τραγωδίας. Η δουλειά που έχει γίνει στον ενδυματολογικό τομέα είναι αξιομνημόνευτη. Το έχω ξαναγράψει άλλωστε, ο Κουροσάβα πάντα γνωρίζει τι θέλει και με ποιό τρόπο να το επιτύχει. Υπάρχει μια σεκάνς ειδικά κάποια στιγμή στην ταινία, που αποτελεί ποίηση αποτυπωμένη σε φιλμ. Όποιος την έχει δει ή πρόκειται να την δει, θα καταλάβει σίγουρα σε τι αναφέρομαι. Προσωπικά δεν μπορώ να βρω κανένα ψεγάδι σε αυτό το κινηματογραφικό έπος. Ακόμα και η διαρκειά του (πάνω απο δυόμιση ώρες), που μπορεί να κουράσει μερικούς, για εμένα δικαιολογείται απόλυτα. Για να αναπτυχθεί σωστά ένα τέτοιο έργο πρέπει να πάρει το χρόνο του. Όποιος δεν έχει την υπομονή ή τη διάθεση να το βιώσει και να "βυθιστεί" σε αυτό, μπορεί να δει κάτι άλλο.

Εδώ μιλάμε για μια απο τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, εδώ γινόμαστε μάρτυρες αυθεντικής τέχνης κατευθείαν απο την "θεϊκή μήτρα". Δεν τίθεται καν ζήτημα αν προτείνεται ή οχι. Το οφείλετε στον εαυτό σας.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 10/10

4/3/16

THE HOLY MOUNTAIN (1972)


Αν έπρεπε να βρούμε το ισοδύναμο του Σαλβαδόρ Νταλί στον κινηματογράφο, ο Χιλιανός Αλεχάντρο Χοδορόφσκι θα ήταν μάλλον ο επικρατέστερος υποψήφιος. Και αν δεν έχει τρομερά μεγάλη φιλμογραφία ώστε να το πούμε με βεβαιότητα, η εμπειρία που ονομάζεται "The holy mountain" είναι αρκούντως ενδεικτική.

Το φιλμ βρίθει συμβολισμών και κοινωνικών σχολίων, τόσο που αν θα ήθελα να τα συμπεριλάβω όλα σε αυτό το κείμενο θα έπρεπε να γράψω ένα μικρό δοκίμιο. Και πάλι ίσως και να μου ξεφεύγουν αρκετά. Επίσης η ιστορία δεν είναι απόλυτα συνεχής, επομένως θα προσπαθήσω να δώσω τον σκελετό και κάποιες βασικές ιδέες.

Βασικός χαρακτήρας είναι ο ληστής, ένας μάλλον ανόητος άνθρωπος που ομοιάζει αρκετά με την στερεοτυπική εικόνα που έχουμε για τον Χριστό. Με παρέα του έναν νάνο χωρίς άκρα κινούν για την πόλη. Εκεί γίνονται μάρτυρες μιας βίαιης καταστολής, την οποία τουρίστες με Μεξικάνικα καπέλα (η ταινία είναι αμερικάνο-μεξικανική παραγωγή) απολαμβάνουν σαν θέαμα και φωτογραφίζουν τα πτώματα που έχει σαν αποτέλεσμα. Στη συνέχεια γίνονται θεατές μιας αναπαράστασης της κατάκτησης του Μεξικό απο τους κονκισταδόρες, σε ένα τσίρκο του δρόμου με πρωταγωνιστές ιγκουάνα και βάτραχους.

Ο ληστής αφού αποχωρεί απο το σημείο της παράστασης βρίσκει στο δρόμο του κάποιους πλαδαρούς Ρωμαίους στρατιώτες, οι οποίοι αφού τον μεθύσουν, τον χρησιμοποιούν για να φτιάξουν ένα καλούπι με το οποίο δημιουργούν χιλιάδες ομοιώματα του Χριστού. Ο ήρωας μας παίρνει μαζί του ένα απο αυτά και αφού έρχεται σε επαφή με έναν αχρείο ιερέα, τρώει το πρόσωπο του καλουπιού και με τη βοήθεια μπαλονιών το αφήνει να "αναληφθεί" στον ουρανό.
 Αυτό είναι το πρώτο βασικό κομάτι της ταινίας, που είναι αρκετά σουρεαλιστικό και χαοτικό ίσως για κάποιον που δεν μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να συνδέσεις τις τελείες και να φτιάξει μια σφαιρική εικόνα.

Το δεύτερο βασικό κομάτι ξεκινάει με την συνάντηση του ληστή με τον έτερο κύριο χαρακτήρα της ταινίας, τον αλχημιστή (τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο Χοδορόφσκι). Ο ληστής γίνεται ακόλουθος και μαθητής του αλχημιστή, παρ' όλο που αρχικά ήθελε να του κλέψει το χρυσάφι. Ο αλχημιστής συγκεντρώνει μαζί με τον ληστή και την βοηθό του, άλλους εφτά απο τους πιο ισχυρούς ανθρώπους του κόσμου (πολιτικούς, αξιωματούχους, βιομήχανους κτλ.), οι οποίοι ταυτίζονται με κάποιον πλανήτη. Όλοι μαζί ξεκινάνε ένα ταξίδι για το ιερό βουνό όπου, σύμφωνα με τον μύθο, στην κορυφή του βρίσκονται οι εννιά σοφοί που κρατάνε το μυστικό της αθανασίας. Απώτερος σκοπός τους είναι να τους επιτεθούν και να κλέψουν το μυστικό. Τελικά η προσπάθεια αυτή καταλήγει σε μια περιπέτεια αυτογνωσίας και κάθαρσης. Σε αυτό το δεύτερο κομάτι η ιστορία γίνεται πιο γραμμική και συμβατική, χωρίς βέβαια να χάνει το σουρεαλισμό της εννίοτε και πάνω απο όλα τη δύναμη της.

Οι εικόνες του "The holy mountain" συχνά θα προκαλέσουν τα πιστεύω, την ηθική και την αισθητική των θεατών, όμως αν και πολλοί θα το θεωρήσουν επιτηδευμένο όλο αυτό, εγώ προσωπικά το βρίσκω πολυ θετικό και απαραίτητο. Αν ένα έργο θέλει πραγματικά να δώσει κάτι ουσιαστικό και νέο στον θεατή, πρέπει να τον σοκάρει φορές και να τον ωθεί στο να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του. Στην ταινία θίγονται πάρα πολλά πράγματα, όπως π.χ. η φαυλότητα και φαιδρότητα κάθε μορφής εξουσίας, η βία, η ματαιότητα των θρησκειών και του μυστικισμού (καθώς και των συμβόλων τους), η ψευδαίσθηση του εγώ και το βάρος του περιορισμένου νου, η διαμόρφωση συνειδήσεων και διάφορα άλλα παρεμφερή.
Ένα βαθιά υπαρξιακό φιλμ, ένα πραγματικό αριστούργημα του σινεμά, που παρά τις όποιες ατέλειες μπορεί να έχει (θεωρώ ότι αν γινόταν με μεγαλύτερο μπάτζετ και πιο μετά χρονικά, θα απέφευγε κάποιες στιγμές που μοιάζει λίγο παρωχημένο ή υπερβολικό) δεν γίνεται να μην το συγκαταλέξω ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες που έχω δει.

Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι ένας σκηνοθέτης που έχει κάτι αληθινό να πει και διαθέτει το όραμα για να το αφηγηθεί, θα τα καταφέρει με κάθε τρόπο. Και αυτό πρέπει πάντα να επιβραβεύεται, τουλάχιστον ηθικά, μιας που υλικά η ταινία δεν έβγαλε ποτέ τα χρηματά της. Αλλά τα χρήματα ούτως ή άλλως ο Χοδορόφσκι τα καίει στο πόνημα του αυτό, όπως και στην πραγματικότητα στο βωμό της καλλιτεχνικής του εκπλήρωσης. Άξιος.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ 9/10